Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε ένα μικρό ελληνικό χωριό της νότιας Ρωσίας, το Μερτσάν (Μερτσάνσκογιε), ένα παιδί 10 ετών άκουγε ιστορίες από τους μεγαλύτερους για την ιστορική διαδρομή των Ποντίων της περιοχής. Δεν ήταν απλές αφηγήσεις· ήταν κομμάτια μνήμης ενός λαού που είχε περάσει πολέμους, διωγμούς και εξορίες.
Το παιδί εκείνο, ο Βιτάλιος Καϊσίδης, άρχισε να καταγράφει λέξεις, παροιμίες, γεγονότα και μαρτυρίες, δημιουργώντας άθελά του το πρώτο αρχείο μιας έρευνας που θα διαρκούσε δεκαετίες.
Την εποχή εκείνη, οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης ζούσαν ακόμη με τη βαριά σκιά του παρελθόντος. Είχαν ήδη βιώσει τον ρωσικό εμφύλιο, τις εκτοπίσεις των κουλάκων (τάξη αγροτών ιδιοκτητών γαιών εκτάσεων), τις μαζικές συλλήψεις της περιόδου 1937-1938 και τα κύματα εξοριών προς Σιβηρία, Ουράλια και Κεντρική Ασία – τις περιβόητες Σταλινικές Διώξεις.
Ωστόσο, σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες, η κατάσταση είχε ελαφρώς χαλαρώσει και ορισμένοι μπορούσαν να επισκέπτονται συγγενείς στην Ελλάδα. Όσοι επέστρεφαν έφερναν μαζί τους φωτογραφίες, αφηγήσεις και –κυρίως– δίσκους βινυλίου με ελληνικά τραγούδια.
Η μουσική ως γέφυρα με την Ελλάδα
Σε λίγα χρόνια, στο Μερτσάν είχαν συγκεντρωθεί δίσκοι με φωνές όπως του Καζαντζίδη, του Νταλάρα, της Μαρινέλλας και άλλων γνωστών καλλιτεχνών. Οι νεότεροι άκουγαν τις μελωδίες με θαυμασμό, αλλά καταλάβαιναν ελάχιστα από τη νεοελληνική γλώσσα, την οποία αποκαλούσαν «ελλαδότικα».
Αντιθέτως, τα ποντιακά –τα «ρωμαίικα»– ήταν ζωντανή καθημερινή γλώσσα.
Μέσα από αυτούς τους δίσκους ο Βιτάλιος Καϊσίδης γνώρισε μορφές της ποντιακής μουσικής παράδοσης, όπως τον Χρύσανθο, τον Μπαϊρακτάρη, τον Κουγιουμτζίδη και τον Παπαβραμίδη, του οποίου η φωνή τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα.
Κάπου εκεί άκουσε για πρώτη φορά μια φήμη: υπήρχε κάποτε ένας ποντιακός δίσκος γραμμοφώνου που είχε κυκλοφορήσει στην ΕΣΣΔ γύρω στη δεκαετία του 1930. Οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες και συχνά αντιφατικές, αλλά το μυστήριο είχε ήδη… γεννηθεί.
Ένας δίσκος χωρίς ίχνη
Οι μαρτυρίες συμφωνούσαν μόνο σε βασικά στοιχεία: ο δίσκος περιείχε δύο τραγούδια στην ποντιακή διάλεκτο, με συνοδεία λύρας, σε ρυθμούς ομάλ’ και τίκ’, πιθανόν από την παράδοση της Κρώμνης.
Η γιαγιά του ερευνητή, Αναστασία, ήταν η πρώτη που του μίλησε γι’ αυτόν και του απήγγειλε ένα δίστιχο που –όπως έλεγε– υπήρχε στο δίσκο.
Άλλοι πληροφοριοδότες υποστήριζαν ότι ο δίσκος ίσως ηχογραφήθηκε ως βραβείο για κάποιο ελληνικό καλλιτεχνικό σύνολο που είχε διακριθεί σε πολιτιστική ολυμπιάδα εθνικών μειονοτήτων στη Σοβιετική Ένωση.
Μερικοί μάλιστα συνέδεαν την ηχογράφηση με το Ροστόφ επί του Ντον και με γνωστούς λυράρηδες του Βόρειου Καυκάσου, όπως τον Αναστάσιο Κάζοβ ή τον Καρακοσμά από το Αρτäπäίζ.
Παρά τις υποθέσεις, καμία πληροφορία δεν οδηγούσε σε συγκεκριμένο τεκμήριο.
Η μαρτυρία ενός εξόριστου λυράρη
Το 1995, ήδη εγκατεστημένος στην Καβάλα, ο Βιτάλιος Καϊσίδης κατέγραφε μαρτυρίες υπερηλίκων προσφύγων. Εκεί συνάντησε τον λυράρη Κώστα Λαμπριανίδη, ο οποίος είχε εκτοπιστεί το 1949 από το Σουχούμι στο Καζακστάν.
Όταν τον ρώτησε για τον μυστηριώδη δίσκο, ο ηλικιωμένος μουσικός συγκινήθηκε και αποκάλυψε ότι πριν από την εξορία υπήρχε ένας τέτοιος στο σπίτι τους. Όμως, όταν ήρθε η διαταγή εκτόπισης, η οικογένεια είχε ελάχιστο χρόνο για να πάρει μαζί της μόνο τα απολύτως απαραίτητα.
Η μαρτυρία αυτή πρόσθεσε ένα νέο στοιχείο: ο Κώστας Λαμπριανίδης θυμόταν ότι τα τραγούδια τα ερμήνευε άνδρας με τη συνοδεία γυναικείας χορωδίας.
Ένα ίχνος σε παλιά φωτογραφία
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο ερευνητής απευθύνθηκε στον μελετητή του ποντιακού θεάτρου Ερμή Μουρατίδη. Εκείνος δεν γνώριζε το δίσκο, αλλά του έδειξε μια παλιά φωτογραφία καλλιτεχνικής ομάδας με ποντιακές φορεσιές και λύρα.
Η επιγραφή ανέφερε ότι επρόκειτο για χορωδία από την περιοχή Ντάγκβα υπό τη διεύθυνση κάποιου Σιδορόπουλου, σε ολυμπιάδα του 1937 στο Καμπουλέτι. Οι δύο αυτές πόλεις βρίσκονταν τότε στη Σοβιετική Γεωργία και είχαν σημαντικό ελληνικό πληθυσμό.
Η ανακάλυψη αυτή δημιούργησε νέα υπόθεση: ίσως ο δίσκος είχε ηχογραφηθεί σε εργοστάσιο δίσκων της περιοχής. Όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι το τοπικό εργοστάσιο ιδρύθηκε μόλις το 1960, άρα δεν μπορούσε να σχετίζεται με ηχογράφηση του 1930.
Το στοιχείο που άλλαξε την έρευνα
Ήδη από τη δεκαετία του 1990 ο Βιτάλιος Καϊσίδης είχε συλλέξει βιβλία του εκδοτικού οίκου «Κομμουνιστής», που λειτουργούσε από το 1930 έως το 1937 σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς.
Ανάμεσα σε αυτά εντόπισε μια ποιητική συλλογή του 1932 με τίτλο Νέα τραγωδίας κε ποιήματα του Θ. Τζιλινκιρίδη.
Στη σελίδα 12, στο κεφάλαιο με τίτλο «Λιανοτράγουδα», βρισκόταν ακριβώς το ίδιο δίστιχο που είχε ακούσει από τη γιαγιά του.
Η σύμπτωση αυτή έδειχνε ότι το τραγούδι του δίσκου ίσως βασιζόταν σε στίχους της συγκεκριμένης έκδοσης.
Η ανακάλυψη στους σοβιετικούς καταλόγους
Η έρευνα συνεχίστηκε για χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή εντόπισε σε καταλόγους σοβιετικών δίσκων της περιόδου 1930-1937 μια αναφορά με τίτλο «Κολχόζικα τραγούδια».
Η περιγραφή έδινε κρίσιμες πληροφορίες:
• Εκτέλεση από ελληνικό χορωδιακό τμήμα της Γιάλτας.
• Διεύθυνση: Ι. Ηλιόπουλος
• Λύρα: Μ. Μωυσίδης.
• Χρονολογία: 1936.
• Δύο κομμάτια: «Κολχόζικα τραγούδια» και «Κομσομόλικα τραγωδίας».
Ήταν η πρώτη σαφής ένδειξη ότι ο δίσκος πράγματι υπήρξε.
Ο εντοπισμός της ηχογράφησης
Μετά τον εντοπισμό της αναφοράς, η αναζήτηση στράφηκε στο αν είχε διασωθεί αντίγραφο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα βρέθηκαν όχι μόνο πρόσθετες πληροφορίες αλλά και η ίδια η ηχογράφηση!
Η ακρόαση επιβεβαίωσε την υπόθεση: οι στίχοι πράγματι περιλάμβαναν δίστιχα από το βιβλίο του Τζιλινκιρίδη, γεγονός που συνέδεε άμεσα τη δισκογραφία με τη λογοτεχνική παραγωγή των Ποντίων της Σοβιετικής Ένωσης.
Πολιτιστική άνθηση και καταστολή
Η ιστορία του δίσκου φωτίζει μια λιγότερο γνωστή περίοδο: τη δεκαετία του 1930, όταν οι σοβιετικές Αρχές ενίσχυαν –για περιορισμένο χρονικό διάστημα– την πολιτιστική δραστηριότητα των εθνικών μειονοτήτων.
Δημιουργήθηκαν ποντιακές εκδόσεις, θέατρα, καλλιτεχνικά σύνολα και ακόμη διοικητικές ελληνικές περιοχές.
Ωστόσο η ίδια κρατική εξουσία που επέτρεψε αυτή την ανάπτυξη την κατέστειλε βίαια λίγα χρόνια αργότερα, με εκτελέσεις, διώξεις και εκτοπίσεις της πνευματικής ηγεσίας των ελληνικών κοινοτήτων.
Ένα δισκάκι ως ιστορικό τεκμήριο
Η ανακάλυψη του δίσκου δεν ήταν μόνο η προσωπική δικαίωση μιας πολυετούς έρευνας. Αποτέλεσε τεκμήριο μιας ολόκληρης εποχής, όταν η ποντιακή γλώσσα και μουσική καταγράφονταν επίσημα στη Σοβιετική Ένωση, προτού διακοπεί απότομα η πολιτιστική αυτή πορεία.
Η ιστορία του δείχνει πώς ένα μικρό αντικείμενο –ένας δίσκος γραμμοφώνου– μπορεί να αποκαλύψει δίκτυα καλλιτεχνών, πολιτικές στρατηγικές, μετακινήσεις πληθυσμών και συλλογικές μνήμες.
















