Για πρώτη φορά, η εκτέλεση της Καισαριανής παύει να είναι μόνο αφήγηση και αποκτά εικόνα. Άγνωστες έως σήμερα φωτογραφίες από το Σκοπευτήριο φέρνουν στο φως τα πρόσωπα των μελλοθανάτων, ενώ ο άνθρωπος που τις κατέχει δηλώνει πρόθυμος να τις θέσει υπόψη των ελληνικών Αρχών. Ανάμεσα στις μορφές που αναζητούνται ξεχωρίζει εκείνη του Ναπολέοντα Σουκατζίδη – του πρόσφυγα από την Προύσα που διάλεξε το θάνατο μαζί με τους συντρόφους του.
Η Πρωτομαγιά του 1944
Ξημερώματα Πρωτομαγιάς 1944. Για δεκαετίες η μνήμη εκείνης της μέρας ζούσε μέσα από μαρτυρίες, γράμματα αποχαιρετισμού και σκόρπιες φράσεις χαραγμένες στη συλλογική συνείδηση.
Σήμερα, για πρώτη φορά, η Ιστορία αποκτά πρόσωπα. Κυριολεκτικά.
Νέες, άγνωστες μέχρι πριν από λίγα 24ωρα φωτογραφίες από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής –εικόνες που φέρονται να αποτυπώνουν στιγμές πριν από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών κρατουμένων– ήρθαν στο φως λόγω δημοπρασίας στο ebay, η οποία τελικά διακόπηκε.
Το υλικό βρίσκεται στην κατοχή Βέλγου συλλέκτη, του Τιμ Ντε Κρένε από τη Γάνδη, ο οποίος σε σημείωμα προς την Εφημερίδα των Συντακτών επισημαίνει ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τον ευαίσθητο ιστορικό χαρακτήρα τους και δηλώνει ανοιχτός σε εποικοδομητικό διάλογο με τις ελληνικές Αρχές για τη διαχείρισή τους.

Αν επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητά τους, δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα αρχειακό εύρημα. Πρόκειται για ρωγμή στο χρόνο. Για πρώτη φορά, η εκτέλεση που σημάδεψε τη συλλογική μνήμη της Κατοχής παύει να είναι μόνο αφήγηση και γίνεται οπτική μαρτυρία. Οι 200 δεν είναι πια αριθμός. Είναι πρόσωπα.
Και ανάμεσά τους, ένας πρόσφυγας: ο Ναπολέων Σουκατζίδης.
Ο άνθρωπος που αρνήθηκε να σωθεί
Γεννημένος στην Προύσα το 1909, πρόσφυγας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, εργάτης, συνδικαλιστής, διανοούμενος και πολύγλωσσος, ο Σουκατζίδης είχε γίνει στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου κάτι πολύ περισσότερο από διερμηνέας. Ήταν στήριγμα, σύνδεσμος, άνθρωπος εμπιστοσύνης.

Όταν διαβάστηκε η λίστα των 200 που θα εκτελούνταν ως αντίποινα για την ενέδρα στους Μολάους, το όνομά του ακούστηκε καθαρά. Ο διοικητής τού έδωσε μια επιλογή που δεν δόθηκε στους άλλους: μπορούσε να εξαιρεθεί. Να ζήσει. Αρνήθηκε.
Δεν δέχτηκε να σωθεί αν αυτό σήμαινε ότι κάποιος άλλος θα πήγαινε στη θέση του στον τοίχο της Καισαριανής. Παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον δεύτερο διερμηνέα και ετοιμάστηκε όπως όλοι. Χωρίς προνόμιο. Χωρίς εξαίρεση. Μαζί με τους συντρόφους του.
Στο τελευταίο γράμμα προς τον πατέρα του έγραψε:
«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση. Να ’σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου».
Γράφει ο Ψαθάς
Ο Δημήτρης Ψαθάς στο έργο του Αντίσταση, γράφει για τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη (τον οποίο αναφέρει ως Τσουκατζίδη):
Κι εκεί στο Χαϊδάρι… Διακόσια ονόματα φωνάζει ο στρατοπεδάρχης. Οι Ακροναυπλιώτες. Άνθρωποι που λιώσαν στα μπουντρούμια και τις εξορίες της τετάρτης Αυγούστου, που δεμένους χειροπόδαρα τους άφησε στον Γερμανό.
– Ναπολέων Τσουκατζίδης!
Βγαίνει κι ο Ναπολέων. Και ο στρατοπεδάρχης κομπιάζει μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωα που μιλά εφτά γλώσσες και δέχεται μέσα στο Χαϊδάρι με θεϊκή γαλήνη τα μαρτύρια και κρατά στις καρδιές των μαρτύρων αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας και του αγώνα.
– Όχι εσύ, Ναπολέων!
– Γιατί όχι εγώ;
– Εσύ δεν θα τουφεκιστείς.
– Και πόσους θα τουφεκίσεις, αν εξαιρεθώ εγώ;
– Διακόσιους.
– Όχι. Δεν δέχομαι κανένας να μ’ αντικαταστήσει. Είμ’ Έλληνας!
Επιμένει ο στρατοπεδάρχης. Αλύγιστος ο Ναπολέων. Και βγαίνουν έξω απ’ τον σωρό οι διακόσιοι και στήνουνε χορό: Έχε γεια, καημένε κόσμε, έχε γεια, γλυκιά ζωή! Βλέπει ο Γερμανός στρατοπεδάρχης τούτους τους διακόσιους που απάνω τους βαραίνει ο ίσκιος του θανάτου να χορεύουν, να τραγουδούν και ν’ αποχαιρετάνε τους συντρόφους τους – σαστίζει. Τι είναι τούτο δω; Αντηχεί ο αέρας από αντάρα αντρίκια:
– Έχετε γεια, παιδιά.
– Ζήτω η Ελλάδα!
– Σαν άντρες θα πάμε!
[…]
Και τους ανεβάζουν στ’ αυτοκίνητο – σωρό. Κι είναι Πρωτομαγιά. Κι είναι γλυκός ο πρωινός αέρας, ολόχρυση η αυγή κι ο Υμηττός κεντιέται με χρυσάφι. Κι εκεί στο σφαγείο στήνονται τα πολυβόλα για το μεγάλο μακελειό. Μαζί θα πέσει κι ο Ναπολέων, που ένα «ναι» να ‘λεγε του Γερμανού είχε γλιτώσει.
– Ποιοι ήσαν; Ποτέ δεν έδωσαν κατάλογο των ονομάτων τους οι Γερμανοί. Μαθαίνουμε μερικούς. Ωστόσο στη ματωμένη ιστορία της Αντίστασης του Έθνους πέρασαν όλοι μ’ ένα όνομα μέσα στη μνήμη και την καρδιά του πονεμένου αυτού λαού. Οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς. Βουβή και πικραμένη τους κλαίει η αγωνιζόμενη Αθήνα. Οι Διακόσιοι Άγιοι που μαρτύρησαν μαζί –κοντά σ’ άλλους χιλιάδες– σε τούτο τον υπέρτατο αγώνα για την τιμή και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Οι πρόσφυγες και η Αντίσταση
Η μορφή του Σουκατζίδη δεν αποτελεί μόνο προσωπική ιστορία αυτοθυσίας. Αντανακλά μια ευρύτερη ιστορική πραγματικότητα.
Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες συγκρότησαν τη ραχοκοκαλιά του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος στην Αθήνα, καθώς αποτελούσαν το πολυπληθέστερο και πιο συμπαγές τμήμα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων της πρωτεύουσας.
Έχοντας χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά τις περιουσίες τους και χωρίς να έχουν προλάβει να ανασυγκροτηθούν οικονομικά στα χρόνια που μεσολάβησαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, πολλοί παρέμεναν κοινωνικά και οικονομικά περιθωριοποιημένοι – γεγονός που τους καθιστούσε από τα πιο ευάλωτα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας στην Κατοχή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία ενός πρόσφυγα από την Προύσα ανάμεσα στους 200 είναι μια ιστορική συμπύκνωση.
Όταν η Ιστορία βρίσκει πρόσωπα
Η πιθανή αυθεντικότητα των φωτογραφιών δεν αφορά μόνο τους ιστορικούς. Αφορά τη συλλογική μνήμη. Μέχρι σήμερα η εκτέλεση της Καισαριανής υπήρχε κυρίως μέσα από περιγραφές: τις ομοβροντίες που ακούγονταν ως τα γύρω υψώματα, τα σημειώματα που πετάγονταν από τα φορτηγά, τα λουλούδια που έτρεχαν να αφήσουν οι κάτοικοι.
Η δήλωση του συλλέκτη ότι αναγνωρίζει τον ιστορικό και ηθικό χαρακτήρα του υλικού και επιθυμεί διάλογο με το ελληνικό κράτος μετατοπίζει το ζήτημα από τη σφαίρα της συλλεκτικής αξίας σε εκείνη της ιστορικής ευθύνης.

Ήδη σε ιστορικούς και αρχειακούς κύκλους εκτιμάται ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί η γνησιότητα, το υλικό θα μπορούσε να συμβάλει ακόμη και στην ταυτοποίηση όλων των προσώπων – μια διαδικασία που ίσως δώσει, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά, όνομα και πρόσωπο σε ανθρώπους που έμειναν μόνο ως εγγραφές σε λίστες εκτελεσμένων.
















