Έναν αιώνα μετά τη ρωσική κατοχή της Τραπεζούντας, ένα παλιό ζήτημα επιστρέφει απροσδόκητα στο προσκήνιο. Χειρόγραφα, κειμήλια και ιστορικά αντικείμενα που μεταφέρθηκαν τότε εκτός περιοχής επανέρχονται στο επίκεντρο διεκδικήσεων, καθώς μια νέα τουρκική πρωτοβουλία επιχειρεί να σπάσει μια πολυετή…. ακινησία γύρω από την τύχη τους.
Το θέμα αφορά τη διπλωματία, αλλά όχι μόνο αυτήν· ανοίγει ξανά ένα κεφάλαιο ιστορίας που συνδέει αρχεία, πολέμους, μνήμες και πολιτιστική κληρονομιά.
Νέα κίνηση προς τη Ρωσία
Πλέον η Τουρκία εμφανίζεται έτοιμη να επανεκκινήσει τη διαδικασία διεκδίκησης 497 χειρόγραφων έργων και ανεκτίμητων ιστορικών αντικειμένων που μεταφέρθηκαν στη Ρωσία κατά την περίοδο της ρωσικής κατοχής της Τραπεζούντας.
Τα πολύτιμα αυτά τεκμήρια συγκεντρώθηκαν από βιβλιοθήκες, τζαμιά και ιδιωτικές κατοικίες το διάστημα 1916-1918, και μεταφέρθηκαν εκτός περιοχής.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της τουρκικής ιστοσελίδας 61saat, η τοποθεσία όπου φυλάσσονται εντοπίστηκε ύστερα από περίπου δέκα χρόνια ενδελεχούς έρευνας του ιστορικού Βεϊσέλ Ουστά, διδάσκοντα στο Τμήμα Ιστορίας του Τεχνικού Πανεπιστημίου Καραδενίζ (KTÜ).
Το 2015 υποβλήθηκε επίσημο αίτημα επιστροφής τους, όμως έντεκα χρόνια αργότερα δεν έχει υπάρξει αποτέλεσμα.
Μετά τις εντατικές προσπάθειες που είχαν γίνει επί υπουργίας του πρώην υπουργού Φαρούκ Οζάκ, το ζήτημα επανέρχεται τώρα στην ατζέντα του βουλευτή Τραπεζούντας Γιλμάζ Μπουγιουκαϊντίν.
11 yıllık sessizlik bozuluyor! Trabzon’un kayıp hazineleri için Rusya’ya yeni çıkarma…https://t.co/VGIMNjHLJj
— 61saat (@61saat) February 14, 2026
Ο ίδιος, σε δηλώσεις του κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο Δημοτικό Συμβούλιο Τραπεζούντας, τόνισε ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η απροθυμία της Ρωσίας. «Προσπαθήσαμε πολύ, όμως η άλλη πλευρά αποφεύγει το θέμα και δεν θέλει να παραδώσει τα έργα. Την επόμενη εβδομάδα ο καθηγητής Βεϊσέλ Ουστά θα συναντηθεί με στελέχη του υπουργείου ώστε να επανεκτιμήσουμε τη διαδικασία», ανέφερε.
Παράλληλα προχώρησε και σε αυτοκριτική, επισημαίνοντας ότι στο παρελθόν δεν υπήρξε επαρκής προστασία ιστορικών μνημείων της περιοχής, όπως το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά.
«Το θυμάμαι από παιδί – οι τοιχογραφίες ήταν απίστευτες. Κάποιοι ερχόντουσαν, τις κατέστρεφαν, τις αποσπούσαν και τις έπαιρναν. Δεν μπορέσαμε να τις προστατεύσουμε εγκαίρως», είπε.
Η λίστα των έργων που εντοπίστηκαν στη Ρωσία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τη θρησκευτική και πολιτιστική μνήμη της Τραπεζούντας. Μεταξύ των αντικειμένων περιλαμβάνονται 497 χειρόγραφα Κοράνια, ιστορικοί πολυέλαιοι του τεμένους που αφιερώθηκε στην Γκιουλμπαχάρ Χατούν (την Ελληνίδα του Πόντου που έγινε μητέρα του σουλτάνου), το αυθεντικό κάλυμμα του μαυσωλείου της και πολυάριθμες τοιχογραφίες.
Επιπλέον, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι στο τέλος της κατοχής απομακρύνθηκαν από την περιοχή ακόμη 30 μεγάλα έργα μέσα σε 20 κιβώτια.
Το ιστορικό υπόβαθρο της ρωσικής κατοχής
Το ζήτημα των πολιτιστικών αντικειμένων συνδέεται άμεσα με τη ρωσική παρουσία στον Πόντο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας Κωνσταντίνος Φωτιάδης και ο δρ Ιστορίας Παναγιώτης Τσατσανίδης μελέτησαν επί τρεις δεκαετίες αρχεία του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών και της ύστερης σοβιετικής περιόδου, ανοίγοντας φακέλους στους οποίους έως τότε δεν είχε αποκτήσει πρόσβαση κανένας Έλληνας.
Αποτέλεσμα της έρευνάς τους είναι το βιβλίο Ρωσοκρατία στον Πόντο 1916-1918, βασισμένο σε χιλιάδες έγγραφα και σπάνιο εικονογραφικό υλικό.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι Έλληνες του ανατολικού Πόντου υποδέχθηκαν αρχικά τον ρωσικό στρατό ως απελευθερωτή όταν εισήλθε στην Τραπεζούντα τον Απρίλιο του 1916. Σημαντικό ρόλο στην αρχική ισορροπία είχαν προσωπικότητες όπως ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος και ο γιατρός Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν παρέμεινε σταθερή.
Η έρευνα δείχνει ότι, παρά την αρχική καλή διάθεση, προβλήματα ανεφοδιασμού και στρατιωτικές δυσκολίες επηρέασαν τη συμπεριφορά των ρωσικών δυνάμεων ήδη πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μετά το 1917 η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά: χαλάρωση πειθαρχίας, περιστατικά λεηλασιών και κλίμα ανασφάλειας μέχρι την αποχώρηση των Ρώσων τον Φεβρουάριο του 1918.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν επίσης ότι κατά την περίοδο της κατοχής κατεδαφίστηκε μεγάλος αριθμός σπιτιών στην Τραπεζούντα για τη δημιουργία πλατείας παρελάσεων, ενώ τότε πραγματοποιήθηκε και το πρώτο συστηματικό τοπογραφικό σχέδιο της πόλης από τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Φυλλίζη.
Σχέδια ισχύος και γεωπολιτικοί στόχοι
Από τα ρωσικά αρχεία προκύπτει ότι η παρουσία στον Πόντο εντασσόταν σε ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό.
Στόχος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν ο έλεγχος του Εύξεινου Πόντου και, μακροπρόθεσμα, η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η οποία σε έγγραφα της εποχής αναφέρεται ακόμη και ως «Τσάριγκραντ». Παράλληλα εξεταζόταν η κατάληψη λιμανιών όπως η Σαμψούντα και η Σινώπη, ώστε να δημιουργηθούν ναυτικές βάσεις κοντά στην Κριμαία.
Η σημασία της υπόθεσης σήμερα
Η επανενεργοποίηση των αιτημάτων για επιστροφή κειμηλίων αναδεικνύει ότι το ζήτημα των αντικειμένων που μετακινήθηκαν την περίοδο της κατοχής παραμένει ανοιχτό έναν αιώνα μετά. Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από διπλωματικές και νομικές διαδικασίες, αλλά και από το κατά πόσο θα υπάρξει ανταπόκριση από τη ρωσική πλευρά.
Το θέμα δεν αφορά μόνο διμερείς σχέσεις, αλλά αγγίζει ευρύτερα ζητήματα ιστορικής μνήμης, πολιτιστικής κληρονομιάς και διεθνούς πρακτικής για τα έργα που μετακινήθηκαν σε περιόδους πολέμου.
















