Ο Βυζαντινός Εμφύλιος Πόλεμος που κράτησε από το 1341 έως τον Φεβρουάριο του 1347, υπήρξε μία από τις πιο καταστροφικές συγκρούσεις στην ύστερη ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Ξέσπασε μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου, τον Ιούνιο του 1341, και είχε ως άμεση αφορμή τη διαμάχη για την κηδεμονία και την άσκηση της εξουσίας στο όνομα του ανήλικου γιου και διαδόχου του, Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, ο οποίος ήταν μόλις εννέα ετών.
Πολύ σύντομα, όμως, η σύγκρουση αυτή ξεπέρασε τα όρια μιας δυναστικής έριδας και εξελίχθηκε σε βαθιά κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική κρίση, η οποία αποδυνάμωσε ανεπανόρθωτα την αυτοκρατορία.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ανδρόνικου Γ’, η αυτοκρατορία είχε γνωρίσει μια σχετική σταθερότητα, έστω και εύθραυστη. Κεντρικό πρόσωπο αυτής της περιόδου υπήρξε ο Ιωάννης Καντακουζηνός, στενός φίλος, σύμβουλος και συνεργάτης του αυτοκράτορα, ο οποίος διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διοίκηση και στη στρατιωτική πολιτική. Μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου, ο Καντακουζηνός ανέλαβε την κηδεμονία του ανήλικου Ιωάννη Ε΄, φαινομενικά ως φυσική συνέχεια της προηγούμενης κατάστασης. Ωστόσο, η απουσία σαφούς θεσμικής κατοχύρωσης της εξουσίας του δημιούργησε εύφορο έδαφος για πολιτικές ίντριγκες στην Κωνσταντινούπολη.
Τον Σεπτέμβριο του 1341, ενώ ο Καντακουζηνός βρισκόταν εκτός της πρωτεύουσας, οργανώθηκε πραξικόπημα από μια συμμαχία ισχυρών παραγόντων της αυλής. Επικεφαλής βρέθηκαν η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, μητέρα του ανήλικου αυτοκράτορα, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας και ο μέγας δούκας Αλέξιος Απόκαυκος, αρχηγός του στόλου και μία από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες της εποχής.
Η νέα αντιβασιλεία κατηγόρησε τον Καντακουζηνό για σφετερισμό της εξουσίας και τον αποκήρυξε ως εχθρό του κράτους. Η ρήξη ήταν πλέον οριστική.
Σε απάντηση, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο στρατός και οι υποστηρικτές του Καντακουζηνού τον ανακήρυξαν συναυτοκράτορα με το όνομα Ιωάννης ΣΤ’. Η ανακήρυξη αυτή δεν άφηνε πλέον περιθώρια συμβιβασμού. Το Βυζάντιο βυθίστηκε στον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος αυτή θα αποδεικνυόταν μοιραίος. Η σύγκρουση πόλωσε βαθιά τη βυζαντινή κοινωνία. Η αριστοκρατία της επαρχίας, οι μεγαλογαιοκτήμονες και τα ανώτερα στρατιωτικά στρώματα τάχθηκαν στο πλευρό του Καντακουζηνού, ενώ οι μεσαίες και κατώτερες κοινωνικές τάξεις, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, υποστήριξαν την αντιβασιλεία της Κωνσταντινούπολης.
Παράλληλα, ο εμφύλιος απέκτησε τόσο ιδεολογική όσο και θρησκευτική διάσταση. Την ίδια περίοδο, το Βυζάντιο συγκλονιζόταν από τη διαμάχη γύρω από τον Ησυχασμό, ένα μυστικιστικό ρεύμα που υποστήριζε τη δυνατότητα άμεσης εμπειρίας του θείου μέσω της εσωτερικής προσευχής. Οι οπαδοί του Ησυχασμού συνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τον Καντακουζηνό, ενώ οι αντίπαλοί τους βρήκαν στήριγμα στην αντιβασιλεία, προσδίδοντας στη σύγκρουση χαρακτήρα πνευματικής και θεολογικής αντιπαράθεσης.
Κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, η πλάστιγγα έγειρε υπέρ της αντιβασιλείας. Η κοινωνική ένταση εκδηλώθηκε με σφοδρότητα στη Θεσσαλονίκη, όπου το κίνημα των Ζηλωτών εγκαθίδρυσε ένα σχεδόν αυτόνομο καθεστώς με έντονα αντιαριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Η πόλη παρέμεινε για χρόνια εκτός του ελέγχου του Καντακουζηνού, ενώ η πλειονότητα των πόλεων της Θράκης και της Μακεδονίας πέρασε στα χέρια της αντιβασιλείας, αποκαλύπτοντας τη βαθιά αποσύνθεση της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Όπως είχε συμβεί και σε προηγούμενους βυζαντινούς εμφυλίους, και οι δύο παρατάξεις αναζήτησαν στήριξη στο εξωτερικό.
Ο Καντακουζηνός συμμάχησε αρχικά με τον Στέφανο Δουσάν, ηγεμόνα της Σερβίας, και με τον Ουμούρ Μπέη του Αϊδινίου στη Μικρά Ασία. Αν και η συμμαχία με τον Δουσάν αποδείχθηκε προσωρινή και τελικά επιζήμια, καθώς ο Σέρβος ηγεμόνας εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να επεκτείνει τα εδάφη του, ο Καντακουζηνός κατόρθωσε σταδιακά να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Καθοριστική αποδείχθηκε η συμμαχία του με τον Ορχάν, κυβερνήτη του οθωμανικού εμιράτου, η οποία εισήγαγε τους Οθωμανούς ενεργά στις υποθέσεις της Βαλκανικής.
Το καλοκαίρι του 1345, η αντιβασιλεία δέχθηκε καίριο πλήγμα με τη δολοφονία του Αλέξιου Απόκαυκου από κρατουμένους, γεγονός που αποδυνάμωσε αποφασιστικά το στρατόπεδό της. Ένα χρόνο αργότερα, το 1346, ο Καντακουζηνός στέφθηκε επίσημα αυτοκράτορας στην Αδριανούπολη. Στις 3 Φεβρουαρίου 1347 μπήκε στην Κωνσταντινούπολη, θέτοντας ουσιαστικά τέλος στον εμφύλιο πόλεμο. Σύμφωνα με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε, θα κυβερνούσε για δέκα χρόνια ως ανώτερος αυτοκράτορας και αντιβασιλέας του Ιωάννη Ε΄, έως ότου εκείνος ενηλικιωνόταν και αναλάμβανε την εξουσία ως ισότιμος.
Η νίκη του Καντακουζηνού, ωστόσο, αποδείχθηκε πύρρειος. Η αυτοκρατορία που κληρονόμησε ήταν οικονομικά εξαντλημένη, κοινωνικά διαλυμένη και εδαφικά συρρικνωμένη.
Τα επτά συνεχή χρόνια πολέμου, οι επιδρομές μισθοφορικών στρατευμάτων, οι κοινωνικές αναταραχές και, λίγο αργότερα, η έλευση του Μαύρου Θανάτου -καταστροφικής πανδημίας που αποδεκάτισε τον πληθυσμό στην Κωνσταντινούπολη-, είχαν μετατρέψει το Βυζάντιο σε σκιά του παρελθόντος του.
Όλοι οι παραπάνω παράγοντες επέτρεψαν στον Στέφανο Δουσάν να κατακτήσει την Ήπειρο, την Αλβανία και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, ιδρύοντας τη Σερβική Αυτοκρατορία, ενώ η Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία επεκτάθηκε βόρεια του ποταμού Έβρου.
Έτσι, μέσα σε αυτό το περιβάλλον γενικευμένης κρίσης, η εξουσία του Καντακουζηνού δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί. Το 1354, μετά από νέα αναταραχή και επανάληψη του εμφυλίου, ο ίδιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί ως μοναχός. Ο Βυζαντινός Εμφύλιος Πόλεμος είχε πλέον ολοκληρώσει το έργο του: είχε διαλύσει τις τελευταίες δομές συνοχής της βυζαντινής αυτοκρατορίας και είχε ανοίξει τον δρόμο για την οριστική κυριαρχία των Οθωμανών στα Βαλκάνια.
















