Η Βασιλική Μπονάνου, ζούσε στο Εσκίσεχιρ, στην κοιλάδα του Πουρσάκ τσάι. Εκεί διασταυρώνονταν οι σιδηροδρομικές γραμμές από Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη που συνέχιζαν για την Άγκυρα. Είχε πληθυσμό 300.000 κατοίκων, ανάμεσα στους οποίους ζούσαν 800 ελληνικές οικογένειες.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Ο ελληνικός στρατός πλησίαζε στο Ινονού και οι Τούρκοι του Εσκίσεχιρ ανησυχούσαν. Φεβρουάριο μήνα του 1920 μας ειδοποίησαν, εμάς τους Έλληνες υπηκόους, να ετοιμαστούμε. Ήρθαν σπίτι μας ο Έλληνας μουχτάρης Στυλιανός, ένας χότζας και δύο πολισμάνοι. «Ετοιμασθείτε», λέει, «θα πάτε στην Άγκυρα». Δε μας είπαν το λόγο. Ήμασταν γραμμένοι σε καταστάσεις.
Μας μαζέψανε στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Ήμασταν εκατόν εξήντα ένα άτομα Έλληνες υπήκοοι, υπάλληλοι της σιδηροδρομικής εταιρείας και μέλη των οικογενειών τους. Η εταιρεία αυτή στην αρχή ήταν γερμανική, μετά έγινε αγγλική.
Μείναμε στην εκκλησία τρεις μέρες. Βουλώσανε* τα σπίτια μας. Μας είπαν να μην ανησυχούμε, γιατί μετά τρεις μήνες θα γυρίσουμε πίσω.
Μας ψάξανε, χωριστά εμάς τις γυναίκες κάτι χανούμισσες· τους άντρες τούς έψαξαν πολισμάνοι. Όσα λεφτά είχαμε πάνω μας τα πήρανε. Βρήκαν στο γιακά του αστραχάν του άντρα μου κάτι χρυσές λίρες και τις πήρανε. Εγώ τις είχα ραμμένες τις δικές μου στη ζακέτα μου κι έτσι τις γλίτωσα. Μείναμε άλλες τρεις μέρες στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κοντά στο σταθμό. Εκεί ήταν στενάχωρα, κοντέψαμε να πάθουμε ασφυξία. Ο άντρας μου λιγοθύμησε. Φωνάξανε γιατρό απ’ την εταιρεία και του κάνανε ένεση για να συνέρθει.
Μας βάλανε στο τρένο και κατεβήκαμε στην Άγκυρα. Μείναμε μια νύχτα στα βαγόνια. Μετά μας βάλανε σ’ ένα υπόγειο. Γράψανε τα ονόματά μας και μας δώσανε από ένα καρβέλι ψωμί.
Πιάσανε δώδεκα αμάξια με Τατάρους αμαξάδες και μας βάλανε μέσα. Πηγαίναμε από χωριό σε χωριό. Τη μέρα ταξιδεύαμε, τη νύχτα μέναμε σε χάνια. Το ταξίδι κράτησε δεκαπέντε μέρες. Όλη την Ανατολή γυρίσαμε.
Ανεβήκαμε το Τεκίρ νταγ. Μεγάλο και αψηλό βουνό. Ένα μερόνυχτο κάναμε να το ανεβούμε και ένα μερόνυχτο να το κατεβούμε. Ήμασταν μέσα στα χιόνια. Τριών χρονών χιόνια είχε το βουνό αυτό. Ευτυχώς δεν άνοιξε μύτη, δε πάθαμε τίποτα. Μας συνόδευαν δύο τζανταρμάδες, ένας μπρος, άλλος πίσω. Μας λέγανε να μη φοβηθούμε, γιατί δε θα πάθουμε τίποτα· θα φτάσουμε σώοι στην Πόλη. Ενθουσιάστηκε ο άντρας μου κι έδωσε τη μουσαμαδιά του σ’ έναν τζανταρμά.
Περάσαμε από τη Σεβάστεια. Στα χάνια, στα χωριά όπου διανυκτερεύαμε, μας έβραζαν φασολάδα και μας ταΐζανε με τέτοιο φαΐ. Εκεί, στα χάνια, βλέπαμε χριστιανούς εξόριστους από διάφορα μέρη. Μας λέγανε λυπημένοι:
-«Εσείς θα γλιτώσετε, εμείς τι θα γίνουμε;»
Έτσι, σιγά σιγά φτάσαμε στην Ινέπολη. Χαρήκαμε, είδαμε θάλασσα, βλέπεις. Ένας Τουρκοκρητικός αξιωματικός που ήξερε ελληνικά μας είπε ότι θα πάμε στην Πόλη.
Μια βραδιά μείναμε στην Ινέπολη. Την άλλη μέρα με βάρκες πήγαμε στο ρουμάνικο βαπόρι. Στο δρόμο απειλήσανε οι βαρκάρηδες δύο οικογένειες ότι θα τις πετάξουν στη θάλασσα, γιατί δεν είχαν λεφτά να τους πληρώσουν. Τους έδωσα απ’ τις λίρες που είχα κρυμμένες και ησύχασαν.
Στο βαπόρι υποφέραμε πάρα πολύ. Μας είχαν πετάξει στο αμπάρι. Μας βγάλανε απ’ εκεί πεθαμένους. Βγήκαμε όλοι στην Πόλη. Σκορπίσαμε απ’ εδώ κι απ’ εκεί.
Απ’ την Πόλη φύγαμε το 1922, τότε με τη φασαρία της Σμύρνης. Έφυγαν τότε πολλοί Έλληνες της Πόλης για την Ελλάδα.
















