Όταν πριν από μερικούς μήνες ανακοινώθηκε ότι θα ανέβαινε –ή μάλλον, θα ξανανέβαινε– το θεατρικό Cleansed της Σάρα Κέιν στην Αθήνα, πολλοί θυμήθηκαν το πρώτο ανέβασμα του έργου – και πάλι στην πρωτεύουσα. Ήταν το 2001, από τον Λευτέρη Βογιατζή με τον ελληνικό τίτλο Καθαροί πια.
Εκτός από το έργο, έτερο κοινό με την παράσταση του τότε είναι ο Χρήστος Λούλης. Ο ηθοποιός έκανε τα πρώτα του θεατρικά βήματα ερμηνεύοντας έναν από τους νεαρούς έγκλειστους της μονάδας που αποτελεί τον κυρίως χώρο δράσεως.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστήριξαν ότι το έργο δεν έχει κάτι να πει στο κοινό, σήμερα που ακόμα και η εικονική βία που παρουσιάζει μοιάζει… παιδική παράσταση με όλα αυτά που κατακλύζουν τα social και το internet.
Νά όμως που πριν από την πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 2025 η παράσταση ήταν sold out. Και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές εισιτήρια υπάρχουν για τον Απρίλιο.
Ναι, είναι επιτυχία, αλλά δεν μιλάμε για καθολική αποδοχή. Κοιτώντας τις κριτικές στα social, τα πράγματα είναι μοιρασμένα. Και ακραία. Ή λατρεία ή απαξίωση.
Και βέβαια από τις πρώτες παραστάσεις είχε κυκλοφορήσει η είδηση ότι κάποιοι θεατές αποχωρούσαν. Μια παράσταση-σοκ δηλαδή. Μόνο που το ίδιο συνέβαινε και στο πρώτο ανέβασμα του 2001.
Ή δεν έχει αλλάξει ο κόσμος από τότε (όχι και πολύ ευοίωνο, ε;), ή το Cleansed διατηρεί ακόμα την ορμή του. Και την οργή του.
«Το τρέλαναν το κοριτσάκι»
Η δεκαετία του 1980 για το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν και η καλύτερη εποχή του. Από τη μια η πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ που έριξε την εργατική τάξη ακόμα πιο κάτω οικονομικά, από την άλλη ο νεοσυντηριτισμός που κυριαρχούσε, έφεραν αλλαγές και στην κοινωνία και στην τέχνη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες θεατρικές επιτυχίες εκείνη τη δεκαετία ήταν έργα όπως το Σίρλεϊ Βαλεντάιν που απευθύνοταν σε ένα μεγάλης ηλικίας κοινό.
Το θεατρικό Λονδίνο του ’80 έμοιαζε να έχει μείνει κολλημένο σε ένα λαμπερό μεν, αλλά βαρετό και φοβισμένο παρελθόν.
Όμως στη δεκαετία του 1990 εμφανίστηκε το «in-yer-face theatre». Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό σημαίνει «Θέατρο στα μούτρα σου». Βγήκαν μπροστά ήρωες και καταστάσεις που ως τότε ή τις… σκούπιζαν κάτω από το χαλάκι ή τις αποσιωπούσαν. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι αυτού του είδους τα έργα πολλοί τα παρομοίαζαν με τη ’70s έξαρση της πανκ μουσικής.
Ήταν μεν πρόκληση για την πρόκληση, αλλά τα κίνητρα των συγγραφέων ήταν να αφυπνίσουν τους θεατές.

Το 1997 ανέβηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας ένα έργο από αυτό το κίνημα. Ήταν το Shopping and fucking που παρουσίασε στο θέατρο «Αμόρε» o Θωμάς Μοσχόπουλος. H παράσταση όχι μόνο πήγε δύο σεζόν, αλλά «έβαλε» μια νέα γενιά θεατών στο θέατρο.
Το έργο του Μαρκ Ρέιβενχιλ είναι μια μελέτη στον καταναλωτισμό και στις αδιέξοδες σχέσεις. Άκρως τολμηρό σαν θέαμα και σαν λόγος, αγαπήθηκε από το κοινό και έγινε πεδίο διχασμού των κριτικών της εποχής. Για την ιστορία, η πρώτη διανομή ήταν: Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Άννα Μάσχα, Αργύρης Ξάφης, Θέμης Πάνου, Βαγγέλης Χατζηνικολάου.
Ο Ρέιβενχιλ είναι ένας από τους τρεις συγγραφείς του «in-yer-face theatre». Οι άλλοι δύο είναι ο Έντουαρντ Μποντ και η Σάρα Κέιν που πρόλαβε να δει τέσσερα από τα πέντε θεατρικά που έγραψε να ανεβαίνουν στις αγγλικές σκηνές και να γίνεται χαμός.
Η συγγραφέας αυτοκτόνησε στα 28 της με ένα τρόπο που σίγουρα θύμισε σε πολλούς κάποια από τις ηρωίδες της. Συγκεκριμένα, στις 20 Φεβρουαρίου 1999 και ενώ νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινική λίγες μέρες μετά την απόπειρα αυτοκτονίας που είχε κάνει με χάπια, βρέθηκε κρεμασμένη χρησιμοποιώντας τα κορδόνια των παπουτσιών της. Τα οποία έπρεπε να της είχαν αφαιρέσει όταν εισήχθη.

Σας κάνει όλο αυτό μακάβριο; Όμως η συγγραφέας από πολύ νωρίς έγινε κάτι σαν είδωλο, αρχικά για τους Βρετανούς – με αυτή τη multi ικανότητα που έχουν να κάνουν κομμάτι της ποπ κουλτούρας τους από το σύστημα υγείας τους μέχρι τον Σαίξπηρ και από τις Spice girls μέχρι τη Σάρα Κέιν.
«Το τρέλαναν το κοριτσάκι» είχε πει ο Λευτέρης Βογιατζής σε συνέντευξή του. Για την ιστορία, το τελευταίο της έργο ήταν το 4:48 ψύχωση που ανέβηκε μετά θάνατον. Και αν αναρωτιέστε τι σημαίνει το 4:48, είναι στατιστικά η ώρα που έχουν σημειωθεί οι περισσότερες αυτοκτονίες.
«Καθαροί πια»
Το 2000 η αυγή του 21ου αιώνα βρήκε τον Λευτέρη Βογιατζή σε μεγάλες θεατρικές αλλαγές. Πρώτον είχε «μετακομίσει» από τη σκηνή του, το «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων», στο «Ροές» λόγω ανακαίνισης. Δεύτερον επέλεξε ένα έργο σύγχρονο (είχε ανέβει πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1998), θεωρητικά ξένο και διαφορετικό από εκείνα που ανέβαζε ως τότε. Μάλιστα και οι συνεργάτες του «φώναζαν» το «μοντέρνο για εκείνη την εποχή».
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είχε αναλάβει την κίνηση, ενώ ο Κωνσταντίνος Βήτα τη μουσική (αυτό και αν ήταν επανάσταση). Όσο για τους ηθοποιούς στο Καθαροί πια; Εκτός από την Αμαλία Μουτούση, οι υπόλοιποι ήταν το τότε νέο αίμα του ελληνικού θεάτρου: Νίκος Κουρής, Χρήστος Λούλης, Γιάννος Περλέγκας, Αλεξία Καλτσίκη, Θάνος Σαμαράς.

Εισπρακτικά η παράσταση ήταν από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του δημιουργού. Οι κριτικές ανάμικτες.
Όσο για το κοινό; Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εγκατέλειπαν το θέατρο, σοκαρισμένοι από αυτό που έβλεπαν. «Αν κάποια βράδια αποχωρούσαν λιγότεροι από 10 θεατές, αναρωτιόμασταν αν είχαμε κάνει κάτι λάθος» είχε πει με αυτοσαρκασμό ο Λευτέρης Βογιατζής.
Μιλώντας τότε για το ρόλο που υποδυόταν, τον Τίνκερ, είχε αναφέρει σε συνέντευξή του: «Είναι ένα τέρας της εξουσίας που όμως διαθέτει μέσα του ανθρώπινα στοιχεία. Δεν είναι ξεκάθαρη η ταυτότητά του, θα μπορούσε να είναι ακόμη και ο θεός. Εκπληρώνει τις επιθυμίες των άλλων μεταβάλλοντάς τες σε εφιάλτες».
Όσοι είχαν δει εκείνο το ανέβασμα θυμούνται ακόμα πως στο φινάλε οι ηθοποιοί δεν έκαναν την καθιερωμένη υπόκλιση, αλλά στέκονταν αγκαλιασμένοι στο εκπληκτικό σκηνικό της Λιλής Πεζανού.
To πόσο «έγραψε» αυτή η παράσταση τόσο στους θεατές όσο και τους συντελεστές, φαίνεται από το ότι 25 χρόνια μετά δεν έχει ξεχαστεί και μνημονεύεται ακόμα.
Για την ιστορία, ο Λευτέρης Βογιατζής είχε ζητήσει όταν πεθάνει να θαφτεί με το κοστούμι που φορούσε στην παράσταση. Όπως και έγινε.

Σήμερα
Όσα συμβαίνουν στο Cleansed της Σάρα Κέιν διαδραματίζονται στον περίβολο μιας πανεπιστημιούπολης. Ο χώρος όμως παραπέμπει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ακόμη και σε εργαστήριο πειραμάτων.
Το σκηνικό, μια τάβλα που κινείται, κρύβει από κάτω έναν λασπότοπο. Εκεί η Γκρέις ψάχνει να βρει τον αδελφό της που είναι ναρκομανής και έγκλειστος. Και ναι, έχουν αιμομικτική σχέση. Και τα άλλα δύο αγόρια του έργου αγαπιούνται μεταξύ τους.
Η συγγραφέας θέλει να δείξει ότι ακόμα και με τα χειρότερα βασανιστήρια η αγάπη μπορεί να θριαμβεύσει.
Στο τωρινό ανέβασμα στους θεατές δίνονται σακουλάκια προκειμένου να τοποθετήσουν μέσα το κινητό τους καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Επίσης είναι αυστηρώς ακατάλληλο για ανήλικους, ενώ οι διοργανωτές προειδοποιούν πως περιέχει σκηνές βίας και σεξουαλικής αναπαράστασης.
«Το πώς έβλεπε η Σάρα Κέιν τον κόσμο το 1998 μάς κάνει να αναρωτηθούμε τι θα έλεγε για τον τρόμο των ημερών μας», δηλώνει ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε συνέχισε λέγοντας: «Τα πρόσωπα στο έργο παλεύουν να ενωθούν πάση θυσία, ενώ ξέρουν ότι ελλοχεύουν η τιμωρία, ο βασανισμός, ο διαμελισμός. Γραπώνονται από την αγάπη, από τον άλλο, γιατί μόνο ο άλλος μπορεί να γίνει σωτήρας σε ένα εμπόλεμο τοπίο. Το ζήτημα λοιπόν για μένα είναι ότι όσο μεγαλώνει η βία τόσο πρέπει ο άνθρωπος να βρίσκει τρόπους αντίστασης».
Σε μια εποχή που οι ατομικές ελευθερίες, η διαφορετικότητα, η ειρήνη και όλα τα άλλα που κατά μια έννοια ήταν –ή νομίζαμε ότι ήταν– στη θέση τους, έρχεται το σημερινό δυστοπικό κλίμα που ζούμε παγκοσμίως να μας αποδείξει πως τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Και στην τελική, ίσως να μην είναι η βία επί σκηνής που σοκάρει, αλλά όλα αυτά που ζούμε σήμερα.
















