Στην καρδιά της Ζηλίτιδας του Πόντου, στην εύφορη κοιλάδα του ποταμού Ίριδος, αναπτύχθηκαν τα Γαζίουρα· μια πόλη που το ίδιο της το όνομα μοιάζει να κουβαλά την έννοια του θησαυρού και από νωρίς συνδέθηκε με την έννοια του πλούτου, της ασφάλειας και της δύναμης. Στους ελληνιστικούς χρόνους, επί Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορος, η πόλη λειτούργησε ως ένα από τα επίσημα θησαυροφυλάκια του βασιλείου του Πόντου, χώρος απρόσιτος για τους ξένους, αυστηρά φυλασσόμενος και άρρηκτα δεμένος με τη βασιλική εξουσία.
Τα Γαζίουρα δεν ήταν απλά ένας οικισμός· ήταν τόπος διοικητικού ελέγχου και συγκέντρωσης πλούτου, σύμβολο κρατικής ισχύος σε μια ταραγμένη εποχή.
Η ιστορική τους πορεία, από αρχαία βασιλική έδρα έως ερημωμένη πόλη και εκ νέου βυζαντινή εγκατάσταση, αντικατοπτρίζει τη διαχρονική μοίρα του Πόντου: ακμή, δοκιμασία και επιβίωση.
Μέσα από τις πηγές, τα νομίσματα, τις επιγραφές και τα ερείπια, τα Γαζίουρα αναδύονται σήμερα όχι μόνο ως αρχαιολογικός τόπος, αλλά ως σιωπηλός μάρτυρας της ποντιακής ιστορικής συνέχειας και του πολιτισμικού της πλούτου.
Για το αρχαίο αυτό βασίλειο, σύμφωνα με τον Στράβωνα, έγραψε το 2001 η ερευνήτρια-συγγραφέας Αθανασία Σοφού. Το σχετικό λήμμα φιλοξενείται στην Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία.
≈
Τα Γαζίουρα βρίσκονταν στη Ζηλίτιδα του Πόντου, ΝΑ της Αμάσειας, στην κοιλάδα του ποταμού Ίριδος. Η θέση τους έχει εντοπιστεί στο σύγχρονο Τουρχάλ (Turkhal).1 Το τοπωνύμιο έχει πιθανόν χεττιτική προέλευση, όπως συνάγεται από τη μνεία ενός οικισμού Gazziura σε επιγραφές σφηνοειδούς γραφής, σύμφωνα όμως με μια άλλη εκδοχή προέρχεται από την περσική λέξη gaz (γάζα) που σημαίνει «θησαυρός».
Περσικά νομίσματα του 4ου αι. π.Χ. φέρουν στην αραμαϊκή γλώσσα την ονομασία Gazur. Σύμφωνα με τον Στράβωνα τα Γαζίουρα ήταν «αρχαίον βασίλειον». Ταυτίζονται με τη βυζαντινή Gaziora, πόλη που συρρικνώθηκε δημογραφικά σε πολίχνη, ίσως δε και με το Γάζουρον ή Ζάγωρον που μνημονεύεται στον Περίπλου του Εύξεινου Πόντου του Ανώνυμου.

Μια μερίδα ερευνητών θεωρεί τα Γαζίουρα πρόδρομο της βυζαντινής επισκοπής Ibora, υποστηρίζοντας ότι το τοπωνύμιο αυτό αποτελεί μια σύντομη εκδοχή της ονομασίας Γαζίουρα. Σύμφωνα όμως με μια άλλη εκδοχή η ταύτιση αυτή απορρίπτεται.2
Ιστορία
Στο γ’ τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. περίπου, τα Γαζίουρα ανήκαν πιθανόν στην επικράτεια του ηγεμόνα Αριαράθη Α΄ (περ. 333-322 π.Χ.), ιδρυτή της ομώνυμης καππαδοκικής δυναστείας των Αριαραθών, ίσως μάλιστα να υπήρξαν και έδρα του. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν οι νεότεροι ερευνητές συνδυάζοντας τις νομισματικές κοπές του Αριαράθη με το τοπωνύμιο Gazur και τη μαρτυρία του Στράβωνα για την ύπαρξη εκεί μιας αρχαίας βασιλικής έδρας.3
Το 2ο αι. π.Χ. περίπου χρονολογούνται οι πρώτες επιγραφικές μαρτυρίες για τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και τον εξελληνισμό τουλάχιστον ενός μέρους των κατοίκων της πόλης.
Σύμφωνα μ’ αυτές, στις αρχές του αιώνα ένας ντόπιος αθλητής, ο πατέρας του οποίου έφερε ελληνικό όνομα, είχε κερδίσει σε αγώνα λαμπαδηδρομίας παίδων στο Βυζάντιο.
Την περίοδο της ηγεμονίας του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ (120-63 π.Χ.), τα Γαζίουρα υπήρξαν ένα από τα γαζοφυλάκιά (θησαυροφυλάκιά) του, όπου, σύμφωνα με μια σωζόμενη επιγραφή, απαγορευόταν η είσοδος στους ξένους δίχως την άδεια του ακροφύλακα (διοικητή της Ακρόπολης).4
Τα χάλκινα νομίσματα που έκοψε η πόλη στο όνομά της επί της ηγεμονίας του Μιθριδάτη είναι παρόμοια με τις εκδόσεις άλλων πόλεων του Πόντου και της Παφλαγονίας κατά την ίδια περίοδο, όσον αφορά στους τύπους, το σταθμητικό κανόνα και το μέταλλο. Ειδικότερα, τους ίδιους τύπους, με το Δία στον εμπροσθότυπο και τον αετό πάνω σε κεραυνό στην οπίσθια όψη, χρησιμοποίησαν εκτός από τα Γαζίουρα η Άμαστρις, η Αβωνότειχος, η Σινώπη, η Αμισός, η Φαρνάκεια, η Αμάσεια, τα Κάβειρα, τα Ταύλαρα και η Πημόλισσα. Η έκδοσή τους υποδηλώνει την πιθανή ύπαρξη ενός βαθμού τοπικής αυτονομίας και οδηγεί στο συμπέρασμα οτι ο φιλέλληνας Μιθριδάτης επιδίωκε να προβάλλεται ως ιδρυτής πόλεων.5
Κατά τη διάρκεια των μιθριδατικών πολέμων, το 67 π.Χ., πλησίον των Γαζιούρων ηττήθηκε από το Μιθριδάτη ο Τριάριος, υπαρχηγός του Ρωμαίου στρατηγού Λούκουλλου. Στους χρόνους του Στράβωνα η πόλη είχε ερημωθεί, φαίνεται όμως πως τη Βυζαντινή περίοδο κατοικήθηκε εκ νέου.6
Θρησκεία – Οικονομία – Οικοδομήματα
Η απεικόνιση του «Βάαλ των Γαζιούρων» στις νομισματικές εκδόσεις του Αριαράθη Α΄ υποδηλώνει πως στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. λατρευόταν στα Γαζίουρα ο σημιτικός θεός Βάαλ. Στους χρόνους του Μιθριδάτη μαρτυρείται νομισματικά λατρεία του Διός, ο οποίος λατρευόταν πιθανόν ως Ζευς Στράτιος.7

Στην κορυφή του λόφου υψωνόταν το αρχαίο φρούριο, όπου βρέθηκαν δύο επιγραφές της εποχής του Μιθριδάτη ΣΤ΄.
Στη Β-ΒΔ πλευρά του οχυρού μια υπόγεια, λαξευμένη σήραγγα με 230 περίπου βαθμίδες οδηγούσε βαθιά μέσα στο βράχο. Η σήραγγα ταυτίζεται πιθανότατα με υδρείον (δεξαμενή νερού) και χρονολογείται στην Αχαιμενιδική ή Ελληνιστική περίοδο. Παρόμοιες υπόγειες σήραγγες έχουν εντοπιστεί και σε πολλά άλλα οχυρά της ανατολικής Μικράς Ασίας, όπως για παράδειγμα στην Αμάσεια.9 Οι πύλες του φρουρίου ήταν κατασκευασμένες από μεγάλους μονόλιθους που δε σώζονται πλέον. Έχει υποστηριχθεί ότι τα κατώτερα στρώματα της οχύρωσης ανήκουν σε Πρώιμη περίοδο, κατ’άλλους ερευνητές όμως το οχυρό ανάγεται πιθανότατα στους Βυζαντινούς χρόνους. Στη θέση βρέθηκε επίσης πρώιμη κεραμική.
Αθανασία Σοφού
















