Στην Κωνσταντινούπολη των αρχών του 9ου αιώνα γεννήθηκε ένας άνθρωπος που θα σφράγιζε την Εκκλησία και την πνευματική ζωή των Ορθοδόξων για αιώνες. Ο Φώτιος, κατά γενικές πηγές γεννήθηκε το 810 μ.Χ. –αν και κάποιοι τον τοποθετούν το 820 μ.Χ.– σε μια ευσεβή και επιφανή οικογένεια που υπερασπίστηκε με θάρρος τις ιερές εικόνες κατά τη διάρκεια των εικονομαχιών. Οι γονείς του, ο Άγιος Σέργιος και η Ειρήνη, υπέφεραν από την καταπίεση του αυτοκράτορα Θεοφίλου, ο οποίος είχε στραφεί κατά της τιμής των εικόνων.
Ο Άγιος Σέργιος, αδελφός του πατριάρχη Ταρασίου, φυλακίστηκε και εξορίστηκε μαζί με την οικογένειά του σε άνυδρο τόπο, όπου και πέθανε ως Ομολογητής. Η παιδική ηλικία του Φωτίου ήταν λοιπόν ήδη σημαδεμένη από θυσίες, αγώνες αλλά και βαθιά πίστη.
Ο νεαρός Φώτιος διακρίθηκε πρώτα σε κοσμικά αξιώματα, αλλά η κλίση του προς τη σοφία και την πίστη τον οδήγησε στο μοναχικό βίο. Όταν, το 858 μ.Χ., ο πατριάρχης Ιγνάτιος εκθρονίστηκε με πολιτική εντολή, ο Φώτιος ανέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Χειροτονήθηκε επίσκοπος την ημέρα των Χριστουγέννων από τους επισκόπους Συρακουσών, Γορτύνης και Απαμείας, έχοντας προηγουμένως γίνει μοναχός και διαβεί όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης.
Η αρχή της πατριαρχίας του δεν ήταν εύκολη. Παρά την προσπάθεια να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία, ξέσπασαν συγκρούσεις με τους οπαδούς του Ιγνατίου, τους «Ιγνατιανούς», οι οποίοι τον αφόρισαν και επανέφεραν τον Ιγνάτιο στον θρόνο. Ο Φώτιος αντέδρασε συγκροτώντας Σύνοδο στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδίκασε τις ενέργειες των Ιγνατιανών και τόνισε ότι ο Ιγνάτιος, αφού είχε παραιτηθεί, δεν μπορούσε να επανέλθει, υπό τον κίνδυνο καθαίρεσης και αφορισμού.

Ως πατριάρχης, ο Φώτιος λειτούργησε σαν να ήταν ένας πραγματικός Απόστολος. Δίδαξε το Ευαγγέλιο, υπερασπίστηκε την πνευματική ανεξαρτησία των Ορθοδόξων λαών και φρόντισε να μην αλλοιωθεί η πολιτισμική τους ταυτότητα. Επηρεασμένος από το έργο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, προώθησε τη χρήση των επιτόπιων γλωσσών στη διδασκαλία και την ιεραποστολή. Επί ημερών του, οι Βούλγαροι βαπτίστηκαν και εισήχθησαν στην Ορθόδοξη πίστη, ανανεώνοντας τη ζωή τους μέσα από τη Χριστιανική διδασκαλία.
Ο Φώτιος πολέμησε με θάρρος τους Μανιχαίους –οπαδούς του Μανιχαϊσμού, ενός γνωστικού θρησκευτικού κινήματος που ιδρύθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. από τον Πέρση Μάνη (216-277 μ.Χ.) που δίδασκαν έναν αυστηρό δυϊσμό μεταξύ Φωτός (καλό) και Σκότους (κακό)–, τους Εικονομάχους και άλλες αιρετικές διδασκαλίες, φέρνοντας πολλούς πίσω στην Ορθοδοξία. Όπως ο ίδιος έλεγε, η αρετή υπερβαίνει το χρόνο και τον θάνατο και η δόξα του ανθρώπου μένει ζωντανή όταν στηρίζεται στη δικαιοσύνη, τη γνώση και την αγάπη προς τον Θεό.
Η θεωρία και οι πράξεις του Φωτίου ενίσχυσαν την Ορθόδοξη πίστη. Σε κάθε του στάδιο, είτε διδάσκοντας στη βιβλιοθήκη, είτε ως καθηγητής φιλοσοφίας στη Μαγναύρα –κτήριο στην Κωνσταντινούπολη της βυζαντινής εποχής–, είτε υπηρετώντας την Πολιτεία, είτε στην πατριαρχική έδρα, είτε αντιμετωπίζοντας εξορίες και στερήσεις, ο Φώτιος υπερασπιζόταν την «αποστολική και πατρική παράδοση» και την προγονική ευσέβεια.
Στις επιστολές του, ο Φώτιος τόνιζε τη σημασία της συνεχούς διατήρησης της πίστης και της ορθής διδασκαλίας, προστατεύοντας την Εκκλησία από αιρέσεις και καινοτομίες. Κατήγγειλε ιδιαίτερα το filioque –μια προσθήκη στο σύμβολο της πίστεως από τη δυτική Εκκλησία που δήλωνε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό, αντί μόνο από τον Πατέρα– καθώς θεωρούσε ότι αλλοιώνει την πνευματική κοινότητα και την κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα. Στην εγκύκλιο του έτους 867 μ.Χ., καλούσε τους επισκόπους και τους πατριάρχες της Ανατολής να υπερασπιστούν την Ορθοδοξία και να αγρυπνούν ενάντια σε κάθε ασέβεια.
Η αντίσταση αυτή τον έφερε σε σύγκρουση με τη Δύση και τον πάπα Νικόλαο. Στην σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 867 μ.Χ., ο Φώτιος καθαίρεσε τον πάπα για αντικανονικές ενέργειες και αποκήρυξε την πρακτική filioque, καθιερώνοντας ένα σταθερό πλαίσιο για τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης. Ωστόσο, η πολιτική αλλαγή με την άνοδο του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα οδήγησε προσωρινά στην απομάκρυνσή του, με την αποκατάσταση του Ιγνατίου στον θρόνο.
Ο Φώτιος υπέστη εξορίες και στερήσεις, αλλά δεν έχασε ποτέ την πίστη και τη γαλήνη του.
Μετά τον θάνατο του Ιγνατίου το 877 μ.Χ., ο Φώτιος επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, υπηρετώντας μέχρι το 886 μ.Χ., όταν τελικά παραιτήθηκε εξαιτίας της πίεσης του νέου αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού. Ο άγιος κοιμήθηκε το 891 μ.Χ. στην ιερά μονή των Αρμενιανών, αφήνοντας πίσω του ένα λαμπρό παράδειγμα ζωής, πίστης και αγώνα για την αλήθεια.
Το έργο του Φωτίου, θεολογικό και διοικητικό, εξακολουθεί να εμπνέει την Ορθοδοξία. Η ακεραιότητα της διδασκαλίας του, η αφοσίωση στην παράδοση και η αδιάλειπτη υπεράσπιση της αλήθειας αποτελούν μέχρι σήμερα μόνιμο φάρο για κάθε χριστιανό.
















