Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Εκπαίδευσης (24/1), η οποία θεσπίστηκε από τον ΟΗΕ το 2019 για να αναδείξει το δικαίωμα στην ποιοτική μάθηση, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο ελληνικός κόσμος είχε επενδύσει στην παιδεία πολύ πριν αυτή γίνει διεθνής ατζέντα.
Για τους Έλληνες του Πόντου, η εκπαίδευση δεν ήταν απλώς μια μεταφορά γνώσης, αλλά ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας, αυτοπεποίθησης και πολιτισμικής συνέχειας.
Σε μια εποχή που η πρόσβαση στη γνώση δεν ήταν δεδομένη, η επιλογή να στηριχτεί η παιδεία ως συλλογική υπόθεση δείχνει μια ωριμότητα εντυπωσιακή όχι μόνο για τα δεδομένα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά γενικότερα για τον 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα.
Η παιδεία ως συλλογική προτεραιότητα στον Πόντο
Οι ιστορικές μαρτυρίες συμφωνούν πως οι ελληνικές κοινότητες του Πόντου αντιμετώπιζαν την εκπαίδευση ως υποχρέωση προς το μέλλον. Σε μια περίοδο που η καθημερινότητα ήταν σκληρή και η επιβίωση δεν ήταν δεδομένη, οι οικογένειες φρόντιζαν να στέλνουν τα παιδιά στο σχολείο ακόμη και με οικονομικό κόστος που συχνά υπερέβαινε τις δυνατότητές τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε κοινότητα με πάνω από δέκα οικογένειες φρόντιζε να οργανώσει σχολείο· δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η χρηματοδότηση των εκπαιδευτικών δομών προερχόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις ίδιες τις κοινότητες, χωρίς να αναμένουν υποστήριξη από κρατικούς μηχανισμούς.
Μετά το Χάτι Χουμαγιούν (1856) που επέτρεψε περισσότερη αυτονομία στις μειονοτικές κοινότητες, ο Πόντος μετατράπηκε σε εκπαιδευτικό οικοσύστημα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν περισσότερα από 1.000 δημοτικά και σχολαρχεία, αλλά και ημιγυμνάσια και γυμνάσια, με 1.247 εκπαιδευτικούς να υπηρετούν συνολικά.
Από έναν πληθυσμό περίπου 700.000 Ελληνοποντίων, οι 75.000 μαθητές που φοιτούσαν αποτελούν εντυπωσιακή αναλογία για την εποχή – αριθμοί που δύσκολα συναντά κανείς σε άλλες μειονοτικές κοινότητες της ίδιας περιόδου.

Η εκπαίδευση ήταν κοινωνικό κεφάλαιο· οι απόφοιτοι αποτελούσαν την επόμενη γενιά εμπόρων, δασκάλων, ιατρών, θεολόγων, αλλά και ανθρώπων που ένιωθαν άνετα στον ευρωπαϊκό διάλογο ιδεών.
Η κορυφή του ποντιακού εκπαιδευτικού συστήματος
Ανάμεσα σε αυτή την πυκνή εκπαιδευτική γεωγραφία, δεσπόζει ένα ίδρυμα με εμβληματική αξία: το Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Δεν ήταν απλώς ένα σχολείο· ήταν ένας θεσμός που λειτουργούσε ως διαπιστευτήριο πνευματικότητας και κοινωνικής ανέλιξης.
Η Τραπεζούντα, αστικό κέντρο και εμπορικός κόμβος του Εύξεινου, προσέφερε το ιδανικό υπόβαθρο: βιβλιοπωλεία, συλλόγους, τυπογραφεία, μεταφραστές, λόγιους και μια ελίτ που παρακολουθούσε τις εξελίξεις της Ευρώπης με προσοχή.
Το κτήριο του Φροντιστηρίου, επιβλητικό χωρίς υπερβολές, αντανακλούσε την αυτοπεποίθηση μιας κοινότητας που ήξερε τι επένδυε. Οι αίθουσες είχαν θρανία και εξοπλισμό που δεν συναντούσε κανείς εύκολα εκτός των μεγάλων σχολείων της Κωνσταντινούπολης, ενώ η βιβλιοθήκη φιλοξενούσε ελληνόγλωσσα, τουρκόφωνα, γαλλικά και γερμανικά συγγράμματα.
Ορισμένοι καθηγητές είχαν σπουδάσει στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ή στη Δύση, γεγονός που ενίσχυε το διεθνές προφίλ του ιδρύματος.

Το Φροντιστήριο δεν παρήγαγε απλώς αποφοίτους, αλλά δημιουργούσε υποδομές σκέψης. Γλώσσες, θετικές επιστήμες, φιλοσοφία, θεολογία, ιστορία και εμπορικές γνώσεις συνυπήρχαν στον ίδιο χώρο. Έτσι, η εκπαίδευση δεν περιοριζόταν στη σωστή γραμματική και στη Μετρική του Αριστοτέλη.
Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι λαοί της περιοχής ακόμη πάλευαν με τον αναλφαβητισμό, το Φροντιστήριο διέθετε μαθητές που μπορούσαν να διαβάζουν ευρωπαϊκό Τύπο, να παρακολουθούν το τι συζητείται στο Παρίσι και στη Βιέννη, και να συμμετέχουν σε έναν ευρύτερο πολιτικό και πολιτισμικό διάλογο.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί από τους αποφοίτους του κατέλαβαν εξέχουσες θέσεις στην ομογένεια, στο εμπόριο ή στην επιστημονική κοινότητα.
Μια κοινωνία που καταλάβαινε την αξία της παιδείας
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο δεν ήταν το επίπεδο του ιδρύματος, αλλά το γεγονός ότι αυτό το επίπεδο χρηματοδοτήθηκε από την κοινωνία.
Οι κοινότητες φορολογούνταν για να στηρίξουν το σχολείο, οι οικογένειες έκαναν θυσίες, οι σύλλογοι λειτουργούσαν ως δίκτυα υποστήριξης, και οι νεότεροι έβρισκαν στις αίθουσες του Φροντιστηρίου το εισιτήριο για έναν κόσμο μεγαλύτερο.
Αυτός ο κοινωνικός μηχανισμός εξηγεί και το κύρος του Φροντιστηρίου: δεν ήταν προϊόν αυλής, ούτε κρατικής ιδεολογίας· ήταν προϊόν βούλησης. Όταν μια κοινότητα παράγει μόνη της παιδεία, δεν παράγει απλώς αποφοίτους, αλλά αυτοπεποίθηση.
Η διαχρονική σημασία
Σήμερα, σε μια εποχή όπου η συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση περιστρέφεται γύρω από δείκτες, στατιστικά και τεχνολογία, το Φροντιστήριο Τραπεζούντας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Η παιδεία αποτελεί μορφή ισχύος: χτίζει κοινότητες, δημιουργεί επαγγελματικές διαδρομές, γεννά θεσμούς και ανοίγει ορίζοντες.
Η γέφυρα με το παρόν δεν χρειάζεται να είναι ρητορική. Η ίδια η Διεθνής Ημέρα Εκπαίδευσης μάς ζητά να σκεφτούμε όχι μόνο το δικαίωμα στη μάθηση αλλά και την ποιότητα της μάθησης.
















