Τρεις ώρες με τα πόδια έπρεπε να περπατήσει κανείς, στις αρχές του 20ού αιώνα, για να φτάσει από το Διβάν ή Τιβάν στην Κερασούντα. Το ελληνικό χωριό, ένα από τα πλουσιότερα φουντουκοχώρια της περιοχής, ήταν χτισμένο σε πλαγιά λόφου, κοντά σε παραπόταμο του Ασκάνιου και είχε «οδικό δίκτυο όχι αμαξιτό» όπως χαρακτηριστικά γράφει στο βιβλίο Η ωραία Κερασούντα. Η αλησμόνητη νύφη του Ευξείνου Πόντου ο Σάββας Ασλανίδης, οπότε τροχοφόρα δεν χωρούσαν και η μετακίνηση γινόταν με τα πόδια και με άλογα.
Περίπου 2.000 Έλληνες ζούσαν στο χωριό –ο αριθμός ήταν μικρότερος (500) σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού.
Ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, τη γεωργία και το εμπόριο φουντουκιών. Με τη συνδρομή των κατοίκων και την επίβλεψη της κοινότητας είχε χτιστεί και συντηρούνταν εξατάξιο δημοτικό σχολείο που εκτός των έξι αιθουσών διδασκαλίας είχε και γραφείο για τη Διεύθυνση και τους δασκάλους.

Στο σχολείο δίδαξαν κατά καιρούς οι Αθανάσιος Παπουλίδης, Χαράλαμπος Παπουλίδης, Θεόδωρος Χ., Κωνσταντίνος Ευκαρπίδης, Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, Θεόδωρος Σωτηρόπουλος, Νικόλαος Καριπίδης και Ιωάννης Μιφλιζίδης. Διευθυντής του σχολείου, κάποια περίοδο, ήταν ο Εξάκουστος με το όνομα, απόφοιτος του Φροντιστηρίου Κερασούντας που πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στην εκπαιδευτική κοινότητα. Στο σχολείο δίδαξαν θρησκευτικά και οι εφημέριοι της Κοινότητας.
Στο Διβάν υπήρχαν δυο κεντρικοί ναοί, ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Χαράλαμπος και δύο παρεκκλήσια ο Άγιος Σάββας ο Θαυματουργός και οι Άγιοι Θεόδωροι.
Ο Άγιος Σάββας είχε και πηγή αγιασμάτων με θαυματουργή δύναμη.
Στους ναούς είχαν ιερουργήσει ο παπα-Γεώργιος Σιδηρόπουλος, ο παπα-Νικόλαος Ευκαρπίδης, ο παπα-Θεόδωρος Παπουλίδης, ο παπα-Θεόδωρος Γαβριηλίδης, ο παπα-Κυριάκος Ευκαρπίδης και ο παπα-Πολυχρόνης Ευκαρπίδης.
Το Διβάν είχε κατ’ επανάληψη δεχθεί επιδρομές των συμμοριών του Τοπάλ Οσμάν υπο την αρχηγία του αιμοβόρου Μπεχλιβάν Τοπτζόγλου.
Το 1916 εκτοπίστηκαν από τις τουρκικές Αρχές και από τις κακουχίες εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι. Οι ελάχιστοι επιζήσαντες ήρθαν στην Ελλάδα με την Ανταλλαγή των πληθυσμών.
Το χωριό σήμερα
Οι περισσότερες πληροφορίες συγκλίνουν στην άποψη ότι το Διβάν δεν υπάρχει πια ως μεμονωμένο χωριό. Εκτός του ότι το μεγαλύτερο τμήμα του ερήμωσε και καταστράφηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, αν κάτι απέμεινε όρθιο και σύμφωνα με κάποιες πηγές, «απορροφήθηκε» από το επίσης ελληνικό ορεινό χωριό Γιαγμούρτζα (Yağmurca) που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση και υπάρχει έως σήμερα.

Για την εξαφάνιση του Διβάν/Τιβάν διαβάζουμε στο βιβλίο Οδοιπορικό στον Πόντο του Χρήστου Σαμουηλίδη. «Για μια στιγμή αποξεχάστηκα και κοίταξα απ’ τη θέση που βρισκόμουν την καταπράσινη απεραντοσύνη που απλωνόταν πέρα από τα φαρδιά κοιλάδα του Ιντζέ-κερίς. Μερικά σκόρπια σπίτια έδειχναν την άσπρη όψη τους αντίκρυ, μακριά. Ρώτησα και μου είπαν ότι εκεί ήταν παλαιότερα το ελληνικό χωριό Τιβάν. Δεξιά σε μεγαλύτερη απόσταση φαινόταν ένα άλλο σκορποχώρι. Σε σχετική ερώτηση μου είπαν ότι ήταν κι αυτό παλαιότερα ελληνικό χωριό, που το έλεγαν Χάχαβλα. Τώρα ονομάζεται Καμπάκιοϊ» διηγείται ο συγγραφέας.
Από την πλευρά του ο Σάββας Καλεντερίδης στον ταξιδιωτικό οδηγό του Ανατολικός Πόντος – Κοτύωρα, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Καρς αναφέρεται στην τριάδα των χωριών Διβάν-Τσαγούλ-Γιαγμούρτζα ως «ελληνικά χωριά του Δερελή» και με εξαίρεση το τελευταίο για τα άλλα δύο χρησιμοποιεί παρελθοντικό χρόνο.
«Δυτικά του Δερελή, σε παραπόταμο του Ασκάνιου βρισκόταν το κεφαλοχώρι Διβάν, με 2.000 κατοίκους, 6τάξιο δημοτικό σχολείο και τις εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Χαραλάμπους. Από το Διβάν καταγόταν η οικογένεια Ευκαρπίδαι, γόνοι της οποίας διέπρεψαν ως επιστήμονες στην Αθήνα. Κοντά στο Διβάν ήταν το ελληνικό χωριό Τσαγούλ, με 300 κατοίκους και το επίσης ελληνικό Γιαγμούρτζα ή Γιαγμουρτζού-ματέν, με 500 κατοίκους, δημοτικό σχολείο και εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Το χωριό Γιαγμούρτζα υπάρχει μέχρι τις μέρες μας», σημειώνει.
Κατά την Ανταλλαγή των πληθυσμών έφυγε κόσμος και απο το Γιαγμούρτζα, κάποιοι από τους οποίους ρίζωσαν στη Νέα Κερασούντα στην Πρέβεζα.
















