Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. «Ω, Βαπτιστή, λογομαχίας εραστή, σταμάτα πια και κοίταξε στα γρήγορα να ετοιμαστείς,
»όχι για αντιλογία, αλλά για λειτουργία. Έφτασε η ώρα για να δεις, τι πρόκειται να κάνω.
»Εδώ τώρα μ’ εσένα, θα δείξω παραστατικά πόσο γεμάτη με χαρά θα είναι η Εκκλησία μου και πόσο φως θα έχει.
»Στο χέρι τούτο το δεξί, στο χέρι το δικό σου θε να περάσω δύναμη που ύστερα
»θα φροντίσω να πάει με την καλή σειρά στους μαθητές μου πρώτα και από εκεί στους ιερείς της Άγιας μου Εκκλησίας. Και θα έχουν στις παλάμες κι αυτοί μια τέτοια δύναμη που έρχεται από μένα.
»Και θα σου δείξω καθαρά να δεις το Άγιο Πνεύμα
»και του Πατέρα τη φωνή ν’ ακούσεις θα επιτρέψω
»που θα δηλώσει καθαρά πως είμαι γιος Του γνήσιος και θα βροντοφωνάξει: “Αυτός εδώ που βλέπετε είναι
»”το Φως το απρόσιτο”».
ιδ’. Μετά απ’ αυτά τα φοβερά τα πράγματα που άκουσε ο γιος του Ζαχαρία, στον Πλάστη βροντοφώναξε:
«Τέρμα η αντιλογία, και όσα μου παράγγειλες αμέσως θα τα κάνω».
Κι αφού είπε αυτά τα λόγια, πλησίασε τον Σωτήρα και σήκωσε τα μάτια του και Τον θωρούσε ως πρέπει σε δούλο αλήθεια ταπεινό τον Κύριο που αντικρίζει.
Τον κοίταζε με ευλάβεια που γύμνωνε τα μέλη Του για να ’μπει στο ποτάμι· Αυτόν! που δίνει προσταγή
στα σύννεφα να πάνε να ντύσουνε τον ουρανό και να τον περιβάλλουν, και να ’ν’ το πανωφόρι του.
Και πάλι, ποιον λες έβλεπε μες στα νερά να μπαίνει;
Αυτόν! που εμφανίστηκε ανάμεσα στα τρία παιδιά κάποτε στο καμίνι,
δροσιά να φέρει στη φωτιά· και νά! η φωτιά που μπαίνει στον Ιορδάνη ποταμό και αστραποβολάει και αναβλύζει αστείρευτα τώρα
το Φως το απρόσιτο.
ιε’. Μα βλέποντας τα θαύματα, ο γιος του ιερέα, ως να ’χε την ιδιότητα κι αυτός του ιερέα,
πρότεινε την παλάμη του και του Χριστού την κεφαλή την άγια αγγίζει, με τρόπο που ως τα σήμερα το λεν χειροθεσία.
Και σ’ όσους ήτανε εκεί και βλέπαν το τι γίνεται, γύρισε και φωνάζει: «Βλέπετε, δείτε τη βροχή που πέφτει οικειοθελώς τώρα στον Ιορδάνη!
»Βλέπετε τώρα της χαράς το χείμαρρο να πέφτει, όπως είναι γραμμένο, μες στων υδάτων
»τις πηγές. Μες στο ποτάμι πέφτει ο απέραντος ωκεανός!
»Λοιπόν, κανείς μην το τολμήσει να πει πως είμαι τολμηρός πιότερο απ’ όσο πρέπει!
»Δεν ενεργώ μ’ αυθάδεια, δεν λειτουργώ με θράσος, μάλλον ως δούλος φέρομαι, ως να ’μαι υπηρέτης.
»Αυτός είναι ο Κύριος κι όπως μου είπε κάνω. Γι’ αυτό κι εγώ βαπτίζω τώρα
»το Φως το απρόσιτο.
ιϛ’. »Είμαι αδύναμος, μικρός, αφού είμαι βροτός. Αυτός των πάντων ο Θεός μού έδωσε τη δύναμη, μου έδωσε το θάρρος, καθώς μου είπε:
»“Επίθεσε το χέρι σου τώρα στην κεφαλή μου και θα το ενισχύσω εγώ τη δύναμη για να ’βρει”.
»Γιατί, πώς θα μπορούσα αλλιώς, αν δεν γινόταν έτσι· αν δεν γινότανε αυτό, αυτό ακριβώς που είπε ‒ κι όπως το είπε έγινε;
»Πώς θα μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, αλήθεια, για να βαπτίσω στο νερό την άβυσσο την ίδια, εγώ που είμαι από πηλό,
»χωρίς πιο πρώτα να δεχτώ, χωρίς πιο πριν να λάβω τη δύναμη από ψηλά;
»Και, βέβαια, αισθάνομαι τώρα που Αυτός είναι εδώ κοντά μου και μαζί μας,
»ότι δεν είμαι όπως πριν, ότι είμαι κάτι ανώτερο.
»Λες κι είμαι κάτι άλλο! Έχω αλλάξει, πράγματι. Φαίνεται πως δοξάστηκα καθώς είδα και βάπτισα τώρα
»το Φως το απρόσιτο.
ιζ’. »Δεν λέω άλλο όπως πριν: “Ούτε από τα παπούτσια σου δεν λύνω τα κορδόνια”.
»Γιατί ‒ορίστε!‒ δες με· εκεί που δεν το τόλμαγα πόδι να πλησιάσω, στην κεφαλή προχώρησα!
»Στη γη πια δεν πατάω, στον ουρανό τον ίδιο μού φαίνεται πως περπατώ, γιατί αυτά που κάνω είναι ουράνια πράγματα.
»Αλλά τι λέω; μάλλον και από τα ουράνια ψηλότερα αυτά στέκουν. Γιατί, αυτά βαστάζουν μεν,
»μα ποιον στ’ αλήθεια κουβαλούν δεν βλέπουν, δεν γνωρίζουν. Μα όμως, εγώ τώρα, όχι μονάχα βλέπω ποιον, αλλά και τον βαπτίζω.
»Απόλαυσέ την ουρανέ μια τέτοια ευφροσύνη κι εσύ γη πανηγύρισε απ’ την πολλή χαρά σου.
»Κι εσείς ολόδροσες πηγές, ολούθε οι νερομάνες, η ώρα ήρθε, έφτασε τώρα να αγιασθείτε!
»Γιατί μας φανερώθηκε και όλα τα γεμίζει πια με τις ευλογίες Του και όλους μας φωτίζει τώρα
»το Φως το απρόσιτο».
ιη’. Έτσι λοιπόν ο νους του σε ύψη δυσθεώρητα ανέβηκε πετώντας, καθώς τη θεία εντολή τώρα ακολουθούσε του Ζαχαρία το παιδί.
Και απλώνοντας το χέρι του, ευθύς το αποθέτει στου Βασιλέα την κεφαλή
και τον βαπτίζει στα νερά· κι έτσι, λοιπόν, φέρνει στη γη, της γης μα και του ουρανού τον Κύριο και Δεσπότη.
Αυτόν, που με τον λόγο Του έδειξε απ’ τα ουράνια, λες κι έδειχνε ξεκάθαρα ‒νά!‒ με το δάκτυλό Του·
κι ήταν ο λόγος σαν βροντή: «Αυτός είναι ο Γιος μου, ο Γιος μου ο αγαπητός».
Κραυγάζω τώρα, το λοιπόν, και λέω στον Πατέρα, στον Γιο Του που βαπτίστηκε
και στ’ Άγιο Του το Πνεύμα:
«Σύντριψε τώρα, Λυτρωτή, αυτούς που τόσο θλίβουνε την έρμη τη ψυχή μου κι όλους τους πλάνους σίγησε και κάνε τους να πάψουν, Εσύ
»το Φως το απρόσιτο».
















