Αν και οι ρίζες του ήταν στην Ανατολική Θράκη με την πορεία του στην εκπαίδευση του Ελληνισμού της Ανατολής, ο Νικόλαος Λιθοξόος απέδειξε ότι ήταν «πολύ μεγάλος για να χωρέσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του». Στην πραγματικότητα ανήκε σε μια σπάνια γενιά δασκάλων που όχι μόνο δίδαξαν αλλά διαμόρφωσαν συνειδήσεις.
Σε μια εποχή μεγάλων ιστορικών ανακατατάξεων, από το τέλος του 19ου αιώνα έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, υπηρέτησε με αυταπάρνηση την ελληνική παιδεία στον Πόντο, στη Μικρά Ασία και αργότερα στην Ελλάδα, συνδέοντας το όνομά του με κορυφαία εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Φροντιστήριο Τραπεζούντας και η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.
Με διορατικότητα, ήθος και πίστη στη δύναμη της παιδείας, ο Νικόλαος Λιθοξόος συνέβαλε αποφασιστικά στην ανανέωση της εκπαιδευτικής πράξης και στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων σε δύσκολους καιρούς.
Για την προσωπικότητα και το έργο του ανθρώπου, που εκτός όλων των άλλων διετέλεσε γ.γ. της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (1935-1937) και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του Αρχείου Πόντου, έχει γράψει η εκπαιδευτικός και κόρη του Ζηνοβία Λιθοξόου-Σαλάτα, συγγραφέας του βιβλίου Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης (1959).

≈
Γεννήθηκε στα 1869 στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης απο τον Αλέξη και την Βαλσαμώ Διαμαντόγλου ή Ταστσή. Το δεύτερο επίθετο ήταν επικρατέστερο, γιατί αυτό αντιπροσώπευε το κύριο επάγγελμα της οικογένειάς του γενικά. Είχαν δηλαδή λατομείο και καταγίνονταν με τις πέτρες. Ο Αλέξης όμως ήταν και τερζής. Έραβε δηλ. ωραίες τοπικές φορεσιές, στολισμένες με σιρίτια, κορδόνια κτλ. Είχε και μερικά αμπέλια, που τον απασχολούσαν εποχικά.
Όταν πήγε ο μεγαλύτερος αδελφός του Κωνσταντίνος να εγγραφεί στο σχολείο, ο δάσκαλος τον έγραψε Κωνσταντίνο Λιθοξόο και όχι Ταστσή, γιατί ήθελε να εξελληνίσει το επίθετό του. Οι δάσκαλοι φαίνεται ότι είχαν αυτό το δικαίωμα τότε στην Τουρκία. Οι Τούρκοι δεν είχαν την εποχή εκείνη επίθετα οι ίδιοι και λίγο τους ένοιαζε για τα επίθετα των γκιαούρηδων. Έτσι, όταν πήγε στο σχολείο και ο Νικόλαος και κατόπιν ο μικρότερος αδελφός του Δημήτριος, γράφτηκαν όλοι με το εξελληνισμένο επίθετο ΛΙΘΟΞΟΟΣ.
Όταν τελείωσε το σχολείο της πατρίδας του, ήθελε να εξακολουθήσει τις σπουδές του. Η δίψα του για μάθηση ήταν πολυ μεγάλη. Ο πατέρας του όμως δεν είχε τα μέσα να τον στείλει μακρυά από το σπίτι για ανώτερες σπουδές. Τότε βρέθηκε η λύση. Μπήκε στα 1883 εσωτερικός στην Ιερατική Σχολή στην Κων/πολη, όχι για να γίνει κληρικός –δεν είχε τέτοια κλίση–, αλλά γιατί οι σπουδές και η διαβίωση στη Σχολή εκείνη ήταν δωρεάν.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια η Σχολή έκλεισε και ο Νικόλαος Λιθοξόος γύρισε πίσω στην πατρίδα του. Εκεί ο Γεώργιος Σύρμας, γεωπόνος, σπουδασμένος στη Γαλλία, τον πήρε για γραμματέα του και τόσο τον συμπάθησε, που θέλησε να τον στείλει υπότροφό του στη Γαλλία, να σπουδάσει κι αυτός γεωπονία. Δεν μπόρεσε όμως να το κάνει, γιατί ο καλός αυτός άνθρωπος ύστερα από λίγο καιρό καταστράφηκε οικονομικά.
Τον Ιανουάριο του 1888 διορίστηκε δάσκαλος στον Σκόπελο, μια κωμόπολη κοντά στις Σαράντα Εκκλησιές, που, όπως ανακάλυψε τότε, οι πρόγονοί τους είχαν έρθει από το νησί του Αιγαίου Σκόπελος. Ενάμισυ χρόνο έμεινε εκεί σαν διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Σκοπέλου. Σκοπός του ήταν να εξοικονομήσει μερικά χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ανώτερες σπουδές στην Αθήνα.
Όταν επιτέλους κατάφερε να ‘ρθει στην Αθήνα, αναγκάστηκε να φοιτήσει ένα χρόνο στο Λύκειο Αθ. Παπαγεωργίου, για να πάρει απολυτήριο Γυμνασίου, που του ήταν απαραίτητο για την εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο. Έτσι πήρε το απολυτήριό του με Άριστα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σε λίγο όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους και να εργασθεί. Διορίστηκε βοηθός Ελληνικού Σχολείου στη Μήλο. Αυτός ο βαθμός υπήρχε τότε για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής που ήθελαν να εργαστούν. Ύστερα από δύο χρόνια γύρισε στην Αθήνα και εξακολούθησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο. Ο πρώην λυκειάρχης του Αθ. Παπαγεωργίου, που τον εκτιμούσε πάρα πολύ, τον πήρε οικότροφο στο σπίτι του σαν οικοδιδάσκαλο των τριών γυιών του. Έτσι έλυσε το οικονομικό του πρόβλημα.
Τον Ιούνιο του 1895 πήρε το δίπλωμά του με τον βαθμό ΑΡΙΣΤΑ. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους διορίστηκε σχολάρχης του Ελληνικού Σχολείου Ναυπάκτου. Μόλις όμως έφθασε εκεί, τον ανάγκασαν για λόγους πολιτικούς να υποβάλει αίτηση μεταθέσεως στο Ελληνικό Σχολείο του Πλάτανου της Ναυπακτίας. Έπρεπε να βολέψουν στη Ναύπακτο κάποιον άλλον από τους «ημετέρους». Έτσι βρέθηκε χωρίς να θέλει σχολάρχης στον Πλάτανο.
Δυσαρεστημένος από την αναγκαστική αυτή μετάθεση, δέχτηκε με ευχαρίστηση να διοριστεί τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου καθηγητής στην Τραπεζούντα.
Άλλες εκπλήξεις τον περίμεναν εκεί. Η Ελληνική Κοινότης της Τραπεζούντος είχε διαιρεθεί εκείνη την εποχή σε δύο κόμματα. Τόση ήταν η έχθρα τους, που έφθασαν στο σημείο να χωρίσουν τα σχολεία τους στα δύο. Τα σχολεία του ενός κόμματος, του Δεσπότη, έμειναν στα κτήρια που είχαν. Τα σχολεία του άλλου κόμματος εφιλοξενούντο στα διδακτήρια των Frères, δηλαδή στο καθολικό μοναστήρι των Γάλλων Καπουκίνων, στην ενορία της Αγίας Μαρίνας, που γι’ αυτόν τον λόγο την έλεγαν και τα «Φράγκικα».

Αυτό το ελληνικό σχολείο των Frères, που είχε ένδεκα τάξεις Δημοτικού και Γυμνασίου, ανέλαβε να διευθύνει το έτος 1895 ο νεαρός τότε Νικόλαος Λιθοξόος, σε ηλικία 26 περίπου ετών. Παρά την ηλικία του, τα κατάφερε πολύ καλά. Οι Τραπεζούντιοι εξετίμησαν την διδακτική και διοικητική του ικανότητα.
Έπειτα από δύο χρόνια συμφιλιώθηκαν τα κόμματα. Στην συμφιλίωσή τους πολύ συνετέλεσε και ο ίδιος. Έτσι ενώθηκαν πάλι τα σχολεία κι ο Νικόλαος Λιθοξόος βρήκε την φυσική του θέση, σαν καθηγητής του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος, με γυμνασιάρχη τον σοφό Ματθαίο Παρανίκα.
Έπειτα από έξι χρόνια διδασκαλίας στο περίφημο εκείνο Φροντιστήριο Τραπεζούντος, πήγε στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου παρακολούθησε κυρίως Παιδαγωγικά στο εκεί Πανεπιστήμιο. Την εποχή εκείνη ζούσε στη Γενεύη με την οικογένειά του ο τότε πλουσιώτερος άνθρωπος της Τραπεζούντος και ευεργέτης της, ο τραπεζίτης Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος. Οι έφοροι του Φροντιστηρίου και μάλιστα οι Γεώργιος Φωστηρόπουλος και Κωνσταντίνος Βελισαρίδης, που προόριζαν τον Νικόλαο Λιθοξόο για γυμνασιάρχη, επρότειναν να αναλάβει ο Κ. Θεοφύλακτος όλες τις δαπάνες διαβιώσεως και διαμονής του στη Γενεύη, με αντάλλαγμα ο Ν. Λιθοξόος να παραδίδει ιδιαίτερα ελληνικά μαθήματα στον μοναχογιό του Θεοφύλακτου Αδάμ, που σπούδαζε εμπορικά σε Σχολή της Γενεύης. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή με πολλή ευχαρίστηση και από τα δύο μέρη. Έτσι ο Ν. Λιθοξόος επιδόθηκε απερίσπαστα στις σπουδές του. Τα καλοκαίρια ταξίδευε και παρακολουθούσε παιδαγωγικά μαθήματα και σ’ άλλα Πανεπιστήμια, όπως της Ζυρίχης και της Ιένας στην Γερμανία.
Ύστερα από τρία χρόνια σπουδές στην Ευρώπη, γύρισε στην Τραπεζούντα όπου εργάσθηκε πια σαν γυμνασιάρχης του ιστορικού Φροντιστηρίου.
Τότε παντρεύτηκε την Σοφία Βελισαρίδου, με την οποία απέκτησε δύο θυγατέρες, την Ζηνοβία και την Ελένη.

Στην Τραπεζούντα πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής του ζωής (1895-1918). Σαν καθηγητής και έπειτα σαν διευθυντής του Φροντιστηρίου προσέφερε τις γνώσεις και την διοικητική του ικανότητα για την καλύτερη λειτουργία του Γυμνασίου και των Δημοτικών Σχολείων της πόλεως, που ήσαν όλα κάτω από την επίβλεψή του. Ο ίδιος εκτελούσε χρέη όχι μόνο γυμνασιάρχη, αλλά και επιθεωρητή και εκπαιδευτικού συμβούλου. Διδακτέα ύλη, πρόγραμμα διδασκαλίας, διδακτικά βιβλία, ακόμα και διορισμοί διδασκάλων και καθηγητών δεν εγίνονταν χωρίς την δική του γνωμάτευση.
Με δική του πρωτοβουλία και ενέργειες ιδρύθηκε και Εμπορικό Τμήμα στο Φροντιστήριο, που τόσο είχε ανάγκη η εμπορική πόλη της Τραπεζούντος. Τελευταία δε, επειδή παρουσιάστηκε έλλειψη δημοδιδασκάλων, που έρχονταν από τα Διδασκαλεία της Ελλάδος, για να βοηθήσει τα Δημοτικά Σχολεία της Τραπεζούντος και του εσωτερικού, ίδρυσε Διδασκαλείο μονοετές, όπου εδίδασκε ο ίδιος Παιδαγωγικά στους αποφοίτους του Φρονστιστηρίου που ήθελαν να εργασθούν σαν δάσκαλοι. Οι δάσκαλοι αυτοί του Φροντιστηρίου πέτυχαν πάρα πολύ στη δουλειά τους και διακρίθηκαν ακόμα και όταν σαν πρόσφυγες κατέφυγαν στην Ελλάδα και διορίστηκαν στα εδώ σχολεία.
Γενικά ο Νικόλαος Λιθοξόος έμεινε στη μνήμη των Τραπεζουντίων σαν ο ανακαινιστής της Εκπαιδεύσεως στα μέρη εκείνα.
Οι μαθητές του τον εσέβοντο και τον αγαπούσαν, γιατί καταλάβαιναν ότι κι αυτός τους αγαπούσε. Να τι γράφει ένας από τους μαθητές του, ο Νικόλαος Καπνάς (Ποντιακά Φύλλα, τεύχος 21, Νοέμβρ. 1937):
«…Ήταν λεπτος κ’ εξευγενισμένος δάσκαλος, ο δάσκαλος-λυτρωτής. Τα φλούδια και τ’ απαρέμφατα παραμέρισαν και ο γλυκός καρπός –το πνεύμα κ’ η ουσία των αθανάτων αριστουργημάτων– άρχισε να δροσίζη την αποστεγνωμένη γλώσσα. Ξαφνικές φλόγες ανεπήδησαν μέσα στα κουρασμένα μυαλά, έκαψαν τους σκοτεινούς πέπλους των υπερσυντελίκων και των ανωμαλιών και παρουσίασαν μπροστά τους για πρώτη φορά τους Σοφοκλείς και τους Ευρυπίδες, τους Ομήρους και τους Πλάτωνες, με όλη τη γνήσια ρώμη και διαύγεια της αρχαίας σκέψης. Έδιωξε τη συνωφρυωμένη και δογματική σοφία κ’ έμπασε το φως το ανοιξιάτικο, τον ελεύθερο αέρα της καθαρής γνώσης, τη χαρά της μάθησης, τη χαρά που ζωντανεύει τους σπόρους τους κρυμμένους μέσα μας και τους κάνει να μεγαλώσουν και να φουντώσουν σε δέντρο αληθινό και καρποφόρο. Αυτό το φως μετέδωκε και στους δασκάλους που δίδασκαν στα Δημοτικά σχολειά της Κοινότητος. Για πρώτη φορά η πειθαρχία έγινε ενσυνείδητη, η διδασκαλία φωτεινή και δημιουργική, η αγάπη στην υπαίθριο ζωή κανόνας, κ’ εδημιουργήθηκε το αίσθημα της σχολικής και της ατομικής ευθύνης, ο στυλοβάτης της κοινωνικής ισορροπίας και αλληλεγγύης…».

Το 1918 αναγκάσθηκε να φύγει με την οικογένειά του στη Ρωσία, όταν ο επαναστατημένος Ρωσικός στρατός άφηνε το ανατολικό μέτωπο και το τμήμα του Πόντου που είχε κατακτήσει στο έλεος των Τούρκων. Είχαν ακουσθεί τόσα στην Τραπεζούντα για τα μαρτύρια που τραβούσαν οι χριστιανοί κάτοικοι του Ανατολικού Πόντου, που δεν είχαν την τύχη να ελευθερωθούν από τον Ρωσικό στρατό, ώστε προτίμησε, όπως και άλλοι πολλοί Τραπεζούντιοι, να καταφύγει στην επαναστατημένη Ρωσία, παρά να ζήσει κάτω από την τουρκική τρομοκρατία.
Στη Ρωσία, προσωρινά, ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος και να ησυχάσουν τα πράγματα, εργάσθηκε σαν διευθυντής των ελληνικών σχολείων πρώτα της Κρίμσκαγιας και έπειτα του Νοβοροσίσκ.
Μόλις τελείωσε ο πόλεμος και άνοιξαν τα Στενά, περνώντας από την Τραπεζούντα για να πάει στην Πόλη σε μια αποστολή για την αποκατάσταση των Ποντίων προσφύγων της Ρωσίας, βρήκε στο Φροντιστήριο τηλεγράφημα από την Εφορία της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, που τον καλούσε να διευθύνει την περιώνυμη εκείνη Σχολή. Έτυχε πρόεδρος της Εφορίας της Σχολής να είναι εκείνη την εποχή ο εγκατεστημένος στην Σμύρνη εξαίρετος Τραπεζούντιος δικηγόρος Αδαμάντιος Εφραιμίδης (ο κατόπιν και αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων) που τον εγνώριζε προσωπικά και ήξερε τις διδακτικές και διοικητικές του ικανότητες. Δέχθηκε πρόθυμα την θέση αυτή στην ελληνική Σμύρνη, που μόλις είχε απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό.

Τα χρόνια εκείνα σ’ όλο τον Ελληνισμό βασίλευε η χαρά για το αίσιο τέλος του πολέμου, για την απελευθέρωση της Σμύρνης, γιατί η ελληνική σημαία έφθασε να κυματίζει μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη και όλοι περίμεναν και άλλα ευχάριστα γεγονότα για τους υπόλοιπους Έλληνες του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί το απαίσιο τέλος που παραμόνευε να καταστρέψει τόσο τραγικά όλη την φαντασμαγορία.
Πολλοί φίλοι τον συγχάρηκαν τότε για την καινούργια του θέση κι ο παλιός του μαθητής στο Φροντιστήριο Τραπεζούντος και φίλος του Λεωνίδας Ιασονίδης, με τον γνωστό του ενθουσιασμό και αυθορμητισμό, τού έγραψε:
«Τάνυσον τα πτερά σου, αγαπητέ Λιθοξόε, το εν λέγεται Φροντιστήριον Τραπεζούντος, το άλλο Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, ημείς δε οι μαθηταίσ σου, θαυμασταί και προσκυνηταί σου».
Τρία χρόνια, από τον Αύγουστο του 1919 ως τον Σεπτέμβριο του 1922, έμεινε στη Σμύρνη σαν γυμνασιάρχης της Ευαγγελικής Σχολής.
Με μεγάλο ζήλο και δραστηριότητα εργάσθηκε για την αναδιοργάνωση και βελτίωση της λειτουργίας της που είχε κλονισθεί στα χρόνια του πολέμου. Έκανε μεταρρυθμίσεις στο αναλυτικό πρόγραμμα της διδακτέας ύλης, στους κύκλους των μαθημάτων, στον τρόπο και το χρόνο των εξετάσεων κτλ.
Μια από τις σπουδαιότερες μεταρρυθμίσεις του ήταν η αύξηση των ετών φοιτήσεως στα Δημοτικά Σχολεία, τα εξαρτώμενα από την Ευαγγελική Σχολή, σε επτά έτη από έξι που ήταν προηγουμένως.
Το έκανε αυτό γιατί επίστευε ότι με τον τρόπο αυτό θα υψώνετο το επίπεδο μορφώσεως του λαού και συγχρόνως, αυτοί που θα έμπαιναν στο Πεντατάξιο Γυμνάσιο, θα ήσαν καλύτερα προετοιμασμένοι.

Όπως στην Τραπεζούντα, έτσι και στη Σμύρνη, τον αγάπησαν οι μαθητές του γιατί, παρ’ όλη την φαινομενική του αυστηρότητα, καταλάβαιναν ότι αγαπούσε πολύ τα παιδιά και φρόντιζε για την πραγματική τους πρόοδο.
Με την καταστροφή του 1922 κατέφυγε στην Ελλάδα, όπου διορίστηκε στην αρχή γυμνασιάρχης Νάξου, όπου έμεινε από το 1922 ως το 1925. Έπειτα μετατέθηκε στην Αθήνα σαν γυμνασιάρχης στο Ε’ Γυμνάσιο Αρρένων. Το 1930 πήρε την σύνταξή του από το Δημόσιο. Σαν συνταξιούχος εργάσθηκε για λίγο στην Ιόνιο Σχολή Αρρένων και Θηλέων.
Πέθανε στις 19 Ιανουαρίου του 1938 σε ηλικία 68 ετών.
Ο Λεωνίδας Ιασονίδης έγραψε τότε με αφορμή τον θάνατό του: «Γνώσις και ήθος, προσήνεια και χρηστότης, ευγένεια και λεπτότης, αγών και Πατρίς, ανεπιδειξία και σεμνότης, καλωσύνη και αγαθότης –ιδού ο Νικόλαος Λιθοξόος, ο άνθρωπος, ο διδάσκαλος, ο πολίτης».
Και ο Νικ. Λεοντίδης έγραψε: «Ο αείμνηστος και γλυκύτατος Διδάσκαλος υπήρξεν εκ των ολίγων εκείνων εις τους οποίους η ιδιαιτέρα μας πατρίς και ολόκληρος ο Πόντος οφείλει πολλά. Συνετέλεσεν, όσον ολίγοι, εις την διάδοσιν των γραμμάτων και το Φροντιστήριον επί των ημερών του κατέστη πράγματι τηλαυγής φάρος των Ελληνικών γραμμάτων και του πολιτισμού καθ’ άπαντα τον αλησμόνητον Πόντον».

Τότε και ο Μητροπολίτης Χρύσανθος τον εχαρακτήρισε σαν εθνικό άνδρα και Διδάσκαλο του Γένους.
Ζηνοβία Λιθοξόου-Σαλάτα
















