Όταν έληξε η ρωσική κατοχή, στα μέσα Ιανουαρίου του 1918, στα Σούρμενα ο ελληνικός πληθυσμός βρέθηκε εν μέσω αναρχίας και ο φόβος είχε κυριεύσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Οι Τούρκοι είχαν πάρει θάρρος, λήστευαν και λεηλατούσαν τα ελληνικά καταστήματα αλλά και τις αποθήκες του στρατού και των ενοριών των Σουρμένων.
Η Τσίτη είχε αποφασίσει να αμυνθεί για να γλιτώσει η λεηλασία, ωστόσο η ενορία Καρακαντζή δεν είχε τέτοια δύναμη.
Έτσι με πρωτοβουλία τριών ενοριτών, των Πέτρου Καζαντζίδου, Θεμιστοκλέους Καζαντζόγλου και Σταύρου Εφραιμίδου, ήρθαν σε επαφή με τον επικεφαλής τους αρχιληστή Μουτούρογλου για να κάνουν συμφωνία και να γλιτώσουν τη λεηλασία.
Διαβάστε την περιγραφή του Χρήστου Στ. Εφραιμίδου στην Ποντιακή Εστία του 1962…
≈
Κατόπιν της επελθούσης μεταλλαγής το Ρωσσικού καθεστώτος, της αναλήψεως της εξουσίας υπό των μπολσεβίκων και της καταπαύσεως υπ’ αυτών του πολέμου, στα Σούρμενα έληξε η Ρωσσική κατοχή κατά τα μέσα Ιανουαρίου του 1918. Ο εν αποσυνθέσει ρωσσικός στρατός απεχώρησε εν μεγάλη αταξία ως καταδιωκόμενος, καθ’ όλον δε τον νόμον Τραπεζούντος επεκράτει αναρχία, γενική δε απελπισία κυριαρχούσε εις όλον τον ελληνικόν πληθυσμόν.
Στα Σούρμενα όλοι οι Τούρκοι της περιοχής εξηγέρθησαν και αφού ελήστευσαν και ελεηλάτησαν όλα τα ελληνικά καταστήματα της αγοράς Χουμουρκιάντων και Ασού χαν, ως και τας αποθήκας του στρατού και τας ελληνικά ενορίας Κοινωνίσσης, Χαλανικής, Χουμουρκιάντων και Μουλγκάντων, εξεχύθησαν εις την μεταξύ της συμβολής των ποταμών Μοναχός και Μικροποτάμου τοποθεσίαν, όπου η Κεντρική Σχολή Σουρμένων, ωπλισμένοι ως αστακοί με τρομακτικάς κραυγάς και αλλαλαγμούς, πυροβολούντες συνεχώς και επερίμεναν το σύνθημα για λεληλάτησι και των υπολοίπων ελληνικών ενοριών.
Η ενορία Τσίτης, ευρισκόμενη εις θέσιν φυσικώς οχυράν και έχουσα αρκετούς άνδρας και αφθονίαν πολεμοφοδίων, απεφάσισε να αμυνθή και ν’ αποφύγη την λεηλασίαν διά της αμύνης της μέχρι της ελεύσεως της τουρκικής εξουσίας. Η ενορία όμως Καρακαντζή, εις την οποίαν κατέφυγον και αι οικογένειαι της ενορίας Μουρκάντων ως ευρισκομένη υπό διαφορετικάς από την ενορίαν Τσίτης συνθήκας, μη διαθέτουσα ούτε όπλα, ούτε και άνδρας, ευρέθη εις πολύ απελπιστικήν κατάστασιν, διότι όλα εκείνα τα στίφη των μαινομένων τούρκων κατ’ αυτής εστρέφοντο, ως πλουσιωτέρας ενορίας των Σουρμένων.
Εις την κρίσιμον αυτήν στιγμήν, πρωτοβουλία του Πέτρου Καζαντζίδου και δύο άλλων συνενοριτών του, Θεμιστοκλέους Καζαντζόγλου, ιατρού και Σταύρου Εφραιμίδου, απεφασίσθη να έλθουν εις επαφήν με τον επικεφαλής των μπασιμποζούκων αρχιληστήν Μουτούρογλου και με κίνδυνον της ζωής των, μετέβησαν εις το αρχηγείον του, ευρισκόμενον εις την Κεντρικήν Σχολήν Σουρμένων.
Επί ώρας διαπραγματεύοντο μετ’ αυτών και των επιτελών του διά την ματαίωσιν της λεηλασίας της ενορίας Καρακαντζή, με την πρότασιν της πληρωμής εις αυτούς μιας αποζημιώσεως ίσης με την αξίαν των διαρπαχθησομένων αντικειμένων, επειδή δε δεν υπήρχον μετρητά η επιτροπή κατώρθωσε με την ευγλωττίαν της και κυρίως του Πέτρου Καζαντζίδου, να πείση τους αρχηγούς των μπασιμποζούκων και δη τον επικεφαλής αυτών Μουτούρογλου, να δεχθή γραμμάτια υπογεγραμμένα εις διαταγήν αυτών υπό της επιτροπής, αξίας 15.000 ρουβλίων.
Αι διαπραγματεύσεις διά την συμφωνίαν αυτήν διήρκεσαν περί τα 5-6 ώρες. Το διάστημα δε τούτο ο συρφετός των τούρκων δεν έπαυσε να ουρλιάζη και να πυροβολή συνεχώς και να μετακινή τας μάζας του προς την ενορίαν.
Οι ενορίται, οι οποίοι ανέμενον το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και έβλεπαν τας μάζας των τούρκων να μετακινούνται κατ’ αυτών, απεσύρθησαν πάντες εις τους κρυψώνας των οικιών των και ανέμενον με αγωνίαν το πεπρωμένον, προσευχόμενοι και παρακαλούντες τον Ύψιστον να τους λυτρώση από τον επαπειλούμενον κίνδυνον. Επί τέλους η συμφωνία εκλείσθη, τα γραμμάτια υπεγράφησαν και οι μπασιμποζούκοι τούρκοι διελύθησαν.
Ούτω, χάρις εις την πρωτοβουλίαν και το θάρρος των τριών ενοριτών της, διεσώθη από την λεηλασίαν και τας αγριότητας των Τούρκων η ενορία Καρακαντζή.
Χρ. Στ. Εφραιμίδης
• Πηγή: Χρ. Στ. Εφραιμίδης, Ποντιακή Εστία, 1962, τ. 145-146.
• Σημ.: Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου.
Διαβάστε επίσης: Σούρμενα: Μια ερειπωμένη εκκλησία μαρτυρά το μεγαλείο του Πόντου
















