Στη Νέα Καρβάλη δεν γιορτάζουν απλώς την παραμονή των Θεοφανίων· ξαναπιάνουν το νήμα με την Καππαδοκία. Το καππαδοκικό έθιμο «Σάγια» –η μεγάλη τελετουργική φωτιά που άναβε στις παλιές κοινότητες του ιστορικού ελληνικού μικρόκοσμου της Ανατολίας–, συνεχίζεται σχεδόν με τους ίδιους τρόπους: με την πλειοδοσία για το άναμμα, με τον κύκλο του χορού, με τις ευχές και με τη φωτιά που ενώνει γενιές και μνήμες.
Τα Σάγια είναι μια τελετουργία και ταυτοχρόνως ένα δρώμενο γεμάτο συμβολισμούς και πολλές αναμνήσεις. Τον Μάρτιο του 2022 εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς
Το απόγευμα της Δευτέρας, παραμονή των Φώτων, όλοι και όλες συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της ιστορικής κοινότητας της Νέας Καρβάλης, μπροστά από το προσκύνημα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Παρών ήταν ο δήμαρχος Καβάλας Θεόδωρος Μουριάδης, συνοδευόμενος από τον αντιδήμαρχο Πολιτισμού Απόστολο Μουμτσάκη και την εντεταλμένη σύμβουλο Ανθή Χατζηφραντζή.
Τα τελετουργικό
Όπως ορίζει το έθιμο, οι κάτοικοι συγκεντρώνουν για μέρες ξύλα και τα στοιβάζουν σε σχήμα κώνου μπροστά στην εκκλησία. Σταυρωτά τοποθετούνται προσανάμματα και πραγματοποιείται πλειοδοτικός διαγωνισμός υπέρ του ναού: όποιος προσφέρει τη μεγαλύτερη ενίσχυση αποκτά το δικαίωμα να ανάψει τη φωτιά. Ο ιερέας ευλογεί τόσο τη φωτιά όσο και τον «εκλεκτό» του ανάμματος.
Όταν η πυρά δυναμώσει και οι φλόγες πέσουν οι κάτοικοι στήνουν χορό γύρω από τη φωτιά, ενώ ακούγονται τραγούδια, ευχές και οι καθιερωμένες καππαδοκικές ευλογίες για τη νέα χρονιά.
Όπως και πολλά άλλα δρώμενα που αναβιώνουν κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου στην Ελλάδα, έχει και λατρευτική διάσταση, όμως κύριος σκοπός είναι η ευχετηρία, δηλαδή η καλοχρονία.
Επίσης, το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων τα παιδιά σχηματίζουν ομάδες για να πουν τα κάλαντα – κάποιες ομάδες το έχουν συνήθειο να μεταμορφώνονται σε «Σάγια».
Όπως γινόταν στην Καππαδοκία
Στην Καππαδοκία το έθιμο είχε ένα κύριο χαρακτηριστικό: καίγονταν ό,τι ξύλινο υπήρχε παλιό και άχρηστο – σκούπες, καρέκλες, εργαλεία, μικροέπιπλα. Κάθε ενορία έκανε τη δική της τελετουργική πυρά και υπήρχε ανταγωνισμός για το ποια θα είναι η μεγαλύτερη.
Στο διαγωνισμό για το άναμμα συμμετείχαν συχνά Καππαδόκες που είχαν φύγει στο εξωτερικό, αποκτήσει περιουσία και επέστρεφαν στις γιορτές για να πλειοδοτήσουν – μια μορφή κοινωνικού κύρους που εξηγεί και γιατί οι καππαδοκικές κοινότητες, αν και φτωχές, είχαν τόσο μεγαλοπρεπείς ναούς.
Επίσης, για τις μεταμφιέσεις τα παιδιά διάλεγαν μια μεγάλη κιλότα, μέσα στην οποία να μπορέσουν να βυθιστούν μέχρι το λαιμό. Το κεφάλι μόνο έμενε απ’ έξω. Μ’ ένα ζευγάρι κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια προσδεμένο σ’ αυτό το ιδιόρρυθμο ένδυμα, πήγαιναν στα ελληνικά σπίτια και φώναζαν με δύναμη: «Ήρθε η σάγια, την άκουσες;».
















