Στον αυθαίρετο –και ξεπερασμένο– διαχωρισμό του ελληνικού κινηματογράφου σε παλιό και νέο, μόνο δύο γυναίκες ηθοποιοί πέρασαν με επιτυχία από τη μία εποχή στην άλλη: Η αξέχαστη Μαίρη Χρονοπούλου και η Μπέτυ Λιβανού. Η δεύτερη ως νεότερη έχει κάνει περισσότερες ταινίες στον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Και μάλιστα έχει βραβευτεί και έχει γνωρίσει ανάλογη εμπορική επιτυχία.
Ναι, η Μπέτυ Λιβανού σε όλες τις φάσεις της ζωής της ήταν και είναι μια πανέμορφη και γοητευτική γυναίκα.
Όμως αυτό δεν λέει τίποτα αν δεν υπάρχει ταλέντο. Και εδώ έχουμε ταλέντο, ή εάν θέλετε –όπως λέει η νέα γενιά–: ταλεντάρα!
Γι’ αυτό και η διαχρονικότητα, γι’ αυτό και η ποικιλία των ρόλων και των ερμηνειών. Παρόλο που είναι νεότατη σε ηλικία, έχει ένσημα ως ηθοποιός για πάνω από μισό αιώνα. Εντάξει, με κάποια μικρά διαλείμματα, όπως θα δείτε παρακάτω.
Ας δούμε λοιπόν την πορεία καριέρας και ζωής αυτής της χαρισματικής γυναίκας που γεννήθηκε σαν σήμερα.

Σαν σήμερα λοιπόν…
«Μεγάλωσα σε μια από τις πιο παλιές συνοικίες της Αθήνας, την Ακαδημία Πλάτωνος. Οι ρίζες της οικογένειάς μου φτάνουν μέχρι τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. Η μητέρα μου ήταν νοικοκυρά, ο πατέρας μου ορθοπεδικός. Χώρισαν όταν ήμουν μωρό και εκείνος έφυγε για την Ελβετία, όπου ξαναπαντρεύτηκε (έτσι απέκτησα μια αδελφή). Τον ξαναείδα όταν ήμουν δώδεκα ετών. Δεν είχαμε τίποτα κοινό, μόνο τα πόδια μας ήταν ολόιδια»!
Η Μπέτυ Λιβανού διηγείται τη ζωή της σε μια από τις λιγοστές της συνεντεύξεις. Μεγαλώνει λοιπόν με τη μητέρα της, που την αφήνει εντελώς ελεύθερη. Κάτι που αποδείχτηκε σωτήριο, καθώς το νεαρό κορίτσι γίνεται υπεύθυνο για τις πράξεις του.
«Συνταγή» που ακολούθησε και στο μεγάλωμα των κοριτσιών της, της Μαργαρίτας και της Δέσποινας Πανουσοπούλου.
Στα πρώτα γυμνασιακά της χρόνια συμμετείχε σε μια θεατρική ομάδα της περιοχής της. Όχι επειδή ήθελε να γίνει ηθοποιός από μικρή, αλλά για να διευρύνει τους ορίζοντές της. «Τότε ήθελα μεγαλώνοντας να γίνω γραμματέας», έχει πει αυτοσαρκαζόμενη.
Μεγαλώνοντας λοιπόν άρχισε να δουλεύει στη διαφήμιση. «Μετά το σχολείο έκανα και μόντελινγκ. Δεν μου άρεσε καθόλου, είχε ίντριγκα και εγώ δεν ήμουν καθόλου ανταγωνιστική με τις άλλες γυναίκες», έχει αποκαλύψει.
Νά όμως, που αυτή της η νεανική ενασχόληση γίνεται το διαβατήριο για τον κινηματογράφο:
Το κάρμα με τη Ζωή Λάσκαρη
1970. Η Φίνος Φιλμ προγραμματίζει τα γυρίσματα της ταινίας Οι αμαρτωλοί με τον Νίκο Κούρκουλο και τη Ζωή Λάσκαρη – με σκοπό να κάνει έναν νέο Κατήφορο. Όμως τελευταία στιγμή το σχέδιο ναυάγησε.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης που θα την σκηνοθετούσε πρότεινε στον Φιλοποίμενα Φίνο –για να μην πάει χαμένο το σενάριο– να γίνει πιο μοντέρνο και νεανικό, να γυριστεί το φιλμ ασπρόμαυρο, με χαμηλό μπάτζετ και νέους ηθοποιούς. Αναζήτησαν λοιπόν τον Χρήστο Νομικό και την Μπέτυ Λιβανού που εκείνο τον καιρό είχε γίνει γνωστή μέσα από τη συμμετοχή της σε μια τηλεοπτική διαφήμιση για τσιγάρα.
«Θέλουμε πολύ να συνεργαστούμε. Δεν θα πληρωθείτε, μιας και θα είναι η πρώτη σας ταινία, όμως θα είστε πρωταγωνίστρια», της είπαν.
«Σας ευχαριστώ, δεν ενδιαφέρομαι. Από τη δουλειά που κάνω κερδίζω αρκετά χρήματα και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να εργαστώ αμισθί. Αλλωστε, δεν έχω το ψώνιο να γίνω ηθοποιός. Λοιπόν, σας ακούω: ποια θα είναι η αμοιβή μου;» απάντησε εκείνη.
Κάποιοι θα πουν ότι ήταν το κλασικό πνεύμα μιας γνήσιας… Αιγόκερου. Και ίσως και να ‘ναι έτσι. Όπως και να ‘χει, η νεαρή ηθοποιός συμφώνησε για 20.000 δραχμές και υπέγραψαν συμβόλαιο για τρεις ταινίες ετησίως.
Η Δέσποινα Τράτα –όπως είναι το πραγματικό της όνομα– μετονομάζεται σε Μπέτυ Λιβανού και οι Αμαρτωλοί γυρίζονται.
Μια –σύμφωνα με τους κριτικούς– πολύ μοντέρνα σκηνοθετικά ταινία· όχι μόνο για την εποχή της, αλλά ακόμα και σήμερα. Η νεαρή ηθοποιός κατακτά το φακό με την πρώτη ματιά. Εκεί, στο σταθμό του τρένου που σκοντάφτει στη βαλίτσα του Χρήστου Νομικού. Ο μέγας Δαλιανίδης βλέπει ότι η μικρή δεν είναι μόνο πανέμορφη, «τα λέει» κιόλας.
Γι’ αυτό και της δίνει λίγο πριν από το φινάλε του φιλμ και μια σκηνή ομολογίας μέσα στο δικαστήριο, κάτι σαν μονόλογο. Και κλέβει την παράσταση.
Το δεύτερο καρμικό με τη Ζωή Λάσκαρη έρχεται την αμέσως επόμενη χρονιά. Αυτή τη φορά σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσιώλη. Μιλάμε για το Κατάχρηση εξουσίας για το οποίο αρχική επιλογή ήταν η Ζωή Λάσκαρη – αλλά είχε γίνει κάτι στον Έβρο (όπου θα πραγματοποιούνταν τα γυρίσματα), κάποια διαφωνία.
Έτσι ο σκηνοθέτης αποφάσισε να βάλει την Μπέτυ Λιβανού. Και εκείνη πάλι τα έβγαλε πέρα παλικαρίσια, σε μια σκληρή ταινία και σε έναν σκληρό ρόλο όπως εξελίχτηκε.
Το τρίτο καρμικό με τη Ζωή Λάσκαρη συνέβη πολύ αργότερα, το 1989. Τότε η Μπέτυ Λιβανού είχε συμφωνήσει να παίξει δίπλα στον Γιάννη Φέρτη στην Καινούργια σελίδα του Νιλ Σάιμον, σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη.
Προκύπτει όμως σοβαρό ζήτημα και αναγκάζεται να αποχωρήσει. Και ο σκηνοθέτης προτείνει τη Ζωή Λάσκαρη, η οποία με αυτή την ερμηνεία ξεκίνησε μια δεύτερη θεατρική καριέρα, πιο ξεχωριστή και σπουδαία.
Το ποπ κορίτσι που πέρασε απέναντι
Η δεκαετία του ’70 ξεκίνησε πολύ καλά για την Μπέτυ Λιβανού και εξελίχθηκε ακόμα καλύτερα. Μπορεί να γύρισε μόλις έξι ταινίες στη Φίνος Φιλμ, αλλά έδειξε την κλάση της.
Από ρομαντική και ολίγον ανεύθυνη κοντεσίνα Έλντα του κόντε Ντιμάρα στον Επαναστάτη ποπολάρο, σε φουλ δραματικό ρόλο πρωταγωνίστριας στην Αμαρτία της ομορφιάς – που τραβούσε μάλιστα τα βασανιστήρια από την (ιέρεια) κακή πεθερά Τασσώ Καββαδία.
«Πριν βγει στις αίθουσες Η αμαρτία της ομορφιάς, κάναμε μια ιδιωτική προβολή. Και μου είπε ο Φιλοποίμην Φίνος: “Με συγκίνησες και δεν συγκινούμαι εύκολα”. Ήταν μεγάλο “παράσημο” αυτό, όμως πέρασαν κάμποσα χρόνια μέχρι να το συνειδητοποιήσω, τότε το πήρα απλώς ως μια φιλοφρόνηση», έχει πει σε συνέντευξή της.
Παράλληλα με τον κινηματογράφο υπήρχε και η νεόκοπη τηλεόραση.
Εκεί έπαιζε σε σειρές, αλλά παρουσίασε και τρεις εκπομπές. Ήταν η περίοδος που ζούσε το ειδύλλιο με τον Νίκο Μαστοράκη. Χωρίς όμως –και προς τιμήν τους– να γίνονται το ζευγάρι των εξωφύλλων.
1979. Η Μπέτυ Λιβανού κερδίζει –δίκαια– το βραβείο γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου Ταξίδι του μέλιτος. Για να γυριστεί και οι δυο τους αναγκάζονται να την χρηματοδοτήσουν. Η Λιβανού μάλιστα πουλάει το αυτοκίνητό της.
Ταυτόχρονα εκείνη τη σεζόν πρωταγωνιστεί σε άλλα δύο φιλμ: του Ανδρέα Θωμόπουλου, ο Ασυμβίβαστος με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, και το Γελαστό απόγευμα σε μια δεύτερη –και τελευταία– συνεργασία με τον Νίκο Κούρκουλο.
Η Μπέτυ Λιβανού περνάει στο νέο ελληνικό σινεμά, ενώ αλλάζει και η ζωή της καθώς παντρεύεται τον Γιώργο Πανουσόπουλο.
Αίγινα-Αττική
Το 1981 πρωταγωνιστεί σε μια από τις φετιχιστικότερες ελληνικές ταινίες, σύμβολο για τα ’80s: Τους Απέναντι.
Παρόλο που δεν ήταν ούτε 30 χρονών, υποδύθηκε αριστουργηματικά μια μικροαστή την οποία ερωτεύεται από μακριά ένας νεαρός, κλεφτρόνι και ολίγον παρεμβατικός της εποχής (Άρης Ρέτσος).
Το καλοκαίρι του 2021 έγινε μια τιμητική προβολή στο καλοκαιρινό σινεμά «Ριβιέρα». Η Λιβανού πήγε να την παρακολουθήσει μαζί με τον Γιώργο Πανουσόπουλο.
«Πήγαμε με την προϋπόθεση να κάτσουμε άντε κάνα μισάωρο, όμως εν τέλει μείναμε μέχρι τέλους, γιατί και η ατμόσφαιρα ήταν πολύ όμορφη, με πολλά νέα παιδιά ανάμεσα στους θεατές. Συνειδητοποίησα μάλιστα ότι στο φιλμ αυτό η πρωταγωνίστρια, δηλαδή εγώ, είναι ουσιαστικά μουγκή! Λέω μόνο μερικές ατάκες. Διαπίστωσα επίσης (ξανά) πόσο μοντέρνα παραμένει ως ταινία, από το ρυθμό και τους διαλόγους μέχρι τα γυρίσματα.
»Παλιά, ξέρεις, χωρίζαμε τις ταινίες σε “κουλτουριάρικες” και “εμπορικές” – ακουγόταν λοιπόν σχεδόν άσχημο μια ταινία που θεωρούνταν κουλτουριάρικη να κόβει πολλά εισιτήρια. Όμως οι Απέναντι τα κατάφεραν και τα δύο, αποτυπώνοντας παράλληλα όλη την αστική κουλτούρα της εποχής», έχει πει σε συνέντευξή της.
Το 1983 πρωταγωνίστησε στον Ξαφνικό έρωτα του Γιώργου Τσεμπερόπουλου. Μαζί με τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο έγιναν ένα από τα πιο όμορφα κινηματογραφικά ζευγάρια.
Η ταινία πήγε θαυμάσια εισπρακτικά, η ηθοποιός βραβεύτηκε από το υπουργείο Πολιτισμού για την εκπληκτική ερμηνεία της. Το φιλμ είχε γυρίσματα στην Πορτογαλία αλλά και στην Αίγινα – και το νησί γίνεται ο παράδεισός της.
Και εκεί παίρνει την απόφαση να φύγει. Και από την Αθήνα και ίσως από το χώρο.
«Τις έχω περάσει κι εγώ τις κρίσεις μου. Κάποια στιγμή σκέφτηκα: Μα βρε παιδιά, κάνω μια δουλειά που άλλοι αποφάσισαν για μένα, σε έναν χώρο όπου τυχαία βρέθηκα, θέλω πραγματικά να τη συνεχίσω; Απομακρύνθηκα λοιπόν για ένα διάστημα από το χώρο και ασχολήθηκα με άλλα πράγματα. Έστησα μια εμπορική δουλειά με κοσμήματα και αξεσουάρ που έφτιαχνα η ίδια, η οποία πήγαινε θαυμάσια» ανέφερε σε συνέντευξή της.
Και συνέχισε: «Ώσπου με κάλεσαν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να παραδώσω ένα βραβείο. Αρχικά δεν ήθελα, με τα πολλά συμφώνησα και μου φάνηκε παράξενο που ξαναβρέθηκα σε αυτό το περιβάλλον. “Τι κάνω εδώ εγώ πάλι, τι γυρεύω σε τέτοιες εκδηλώσεις;” αναρωτιόμουν.
»Προτού προλάβω να το συνειδητοποιήσω όμως, μου τηλεφώνησαν προτείνοντάς μου να παίξω σε μια ταινία [σ.σ. ήταν Η εποχή των δολοφόνων του Νίκου Γραμματικού]. Απάντησα καταφατικά, δίχως ούτε και εγώ να ξέρω το γιατί, και έτσι ξαναμπήκα στο χορό. Πάντοτε βέβαια το είχα αυτό το “μέσα-έξω” και ευτυχώς ήμουν πάντα καλοδεχούμενη στην επιστροφή. Με τα κοσμήματα όχι, δεν ξανασχολήθηκα».
«Ακόμα μαθαίνω και θα συνεχίσω να μαθαίνω»
Ήταν τότε που είχε ξεκινήσει η ιδιωτική τηλεόραση. Και φυσικά άρχισαν οι προτάσεις και για την τηλεοπτική επάνοδό της. Και εδώ φάνηκε το ταλέντο της σε αντίθετα είδη, που τα υπηρέτησε μοναδικά.
Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που δέχτηκε και να υποδυθεί γυναίκες μεγαλύτερες σε ηλικία και να «στραπατσαριστεί» εμφανισιακά. Από την κινηματογραφική Τεστοστερόνη μέχρι την πρόσφατη τηλεοπτική «Παραλία». Αλλά και ως κακιά πέθερα στις «7 θανάσιμες πεθερές», όπου η σπουδή ως πεθερά-έγκλημα δίπλα στην Τασσώ Καβαδία έπιασε τόπο.
«Από μόνη της η ομορφιά δεν έχει νοστιμάδα, είναι πρόσκαιρη. Άλλωστε, επειδή δεν κοπιάζεις για να την αποκτήσεις –η φύση σου την δίνει ή όχι–, δεν δικαιούσαι να υπερηφανεύεσαι γι’ αυτήν. Από πολύ νωρίς τα έχω ξεκαθαρίσει αυτά μέσα μου.
»Δεν γαντζώθηκα πάνω στη νεότητα και στην εμφάνισή μου στην αρχή της καριέρας μου, δεν στενοχωριέμαι για τις ρυτίδες μου τώρα.
»Λυτρώθηκα όταν μπόρεσα να αφήσω τα μαλλιά μου άβαφα. Όλες οι γυναίκες έχουμε δικαίωμα να γεράσουμε με ηρεμία και αξιοπρέπεια» ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή της.
Όσο για τα χρόνια της πρώτης αναγνωρισιμότητας, η ίδια έχει αποκαλύψει ότι αρχικά είχε πάθει σχεδόν αγοραφοβία και επέλεγε να πάει σε εστιατόρια που δεν είχαν κόσμο.
Τον Νοέμβριο του 2025 βραβεύτηκε μαζί με άλλους ηθοποιούς από το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τη συνολική προσφορά της. Και ανέβηκε πάνω με ένα σύνολο τζιν φλοράλ και για μια ακόμη φορά μαγνήτισε και γοήτευσε τους πάντες.
Όσο για τη δική της ζωή; Αγαπάει τη φύση και της αρέσει να βλέπει τα δέντρα της στον κήπο του σπιτιού της και να τα περιποιείται. Ίσως σε μια άλλη ζωή να γινόταν και γεωπόνος, όπως έχει πει σε συνέντευξή της. Παρόλα αυτά δεν μετανιώνει: «Δεν έχω μετανιώσει για κάποια επιλογή μου. Το βρίσκω εντελώς μάταιο ‒ ποιος μπορεί να γυρίσει πίσω στον χρόνο και να αλλάξει την ιστορία; Αν κάτι μαθαίνουμε τελικά σε αυτή τη ζωή, είναι μέσα από τα λάθη μας. Ναι, ακόμα κι αν τα επαναλαμβάνουμε».
Και κάνοντας μια ανασκόπηση με δικά της λόγια δηλώνει: «Όχι, η ζωή δεν με έχει διδάξει τίποτε απολύτως. Ακόμα μαθαίνω και θα συνεχίσω να μαθαίνω».
Σπύρος Δευτεραίος
















