Το ημερολόγιο έγραφε 16 Δεκεμβρίου 2013, και στο Θέατρο Badminton η 92χρονη τότε Στέλλα Γκρέκα ανέβηκε για πρώτη φορά σε ελληνική σκηνή και τραγούδησε.
Και ράγισαν όλοι με τη δύναμη που είχε – παρά την ηλικία της.
Ξέχωρα από τους (πάρα πολλούς) θεατές που ήταν παρόντες εκείνο το βράδυ και την αποθέωσαν, για την ίδια την ερμηνεύτρια ήταν μέγιστη στιγμή στην καριέρα της.
Και κάποιος θα αναρωτηθεί, πώς είναι δυνατόν μια γυναίκα που είχε βγει στο τραγούδι από την ηλικία των 8 ετών, τη δεκαετία του 1930, να βιώνει αυτή την πρωτόγνωρη και συγκινητική στιγμή στα 92 της; Διαβάζοντας την ιστορία της ζωής της, λύνονται όλες οι απορίες.
Αριθμητικά, τα ενεργά χρόνια της Στέλλας Γκρέκα στο τραγούδι –και λίγο στην ηθοποιία– είναι ελάχιστα.
Όμως, ήταν τόση η σπουδαιότητα και η διαχρονική της αξία που κάποιος μπορεί να πιστέψει ότι ήταν ενεργή για πολλές δεκαετίες.
Μια βραδιά στο «Αλκαζάρ»
Γεννήθηκε το 1922 και ήταν το 9ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας – το πατρικό της όνομα ήταν Λαγκαδά. Ο πατέρας της ήταν σκηνογράφος, ενώ ο αδερφός του είχε το περίφημο «Βεστιάριο Λαγκαδά». Όπως καταλαβαίνετε, η μικρή Στέλλα και τα αδέλφια της μεγάλωσαν σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν η αγάπη για την τέχνη και το καλό γούστο.
Μόνο που η ίδια δεν θυμόταν καθόλου τον πατέρα της, γιατί πέθανε όταν ήταν 18 μηνών. «Ο Θεός ξέρει πώς τα έβγαλε η μάνα μου πέρα με εννέα παιδιά, βασανίστηκε πολύ. Δεν είχαμε τίποτα, φτώχεια του κερατά. Ζούσαμε με ζόρι. Τραβήξαμε κουπί, αλλά ποτέ δεν αισθανθήκαμε φτωχοί» είχε πει σε μια από τις λίγες της συνεντεύξεις.

Σε ηλικία 8 ετών τραγουδούσε επαγγελματικά στη Χορωδία Αθηνών, κάτι που συνεχίστηκε για πάνω από μια δεκαετία. Στην πορεία όμως προέκυψε η Κατοχή. Στα 19 της πηγαίνει με τη μητέρα της στο βαριετέ «Αλκαζάρ» που βρισκόταν στο σταθμό Λαρίσης, με εμψυχωτή και παρουσιαστή τον Ορέστη Λάσκο. Από εκεί και πέρα αλλάζει όλη η ζωή της.
Πρωταγωνίστρια από σπόντα
Λίγο αργότερα συναντιέται ξανά με τον Λάσκο. Όπως περιέγραφε: « Πήγαινα στο Βασιλικό Θέατρο να πάρω εισιτήρια, όταν βλέπω κάποιον να πηδάει από το τραμ, που ήταν εν κινήσει, και να τρέχει προς το μέρος μου. Ήταν ο Λάσκος. Μου λέει: “Ίσως με ξέρετε. Είμαι ο Ορέστης Λάσκος”. Εγώ ντράπηκα, ήθελα να το παίξω κουλ και του είπα “Είναι το όνομά σας αυτό ή ψευδώνυμο;”. Και μου απάντησε στα ίσια: “Εσείς μια μέρα θα γίνετε γυναίκα μου”. Και έφυγε. Συναντηθήκαμε αργότερα στο σπίτι ενός καθηγητή, γείτονά μας στην πλατεία Ελευθερίας. Έτσι άρχισε η ιστορία μας».
Το 1942, και παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της παντρεύονται, με κουμπάρο τον Φιλοιποίμενα Φίνο. Από την αρχή ωστόσο φαινόταν ότι δεν θα πήγαινε η κατάσταση. Μάλιστα, όπως ομολογεί η ίδια, ο όποιος έρωτας τελείωσε νωρίς, αλλά λόγω Κατοχής μένανε κάτω από την ίδια στέγη.
«Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Λάσκος, αλλά τρομερά ανεύθυνος. Κι αυτό λέει πολλά. Ήταν η πρώτη μου αγάπη, αλλά απογοητεύτηκα τόσο πολύ, που μαράζωσα. Μέναμε σε ένα διαμέρισμα στην οδό Τροίας. Ήταν νόστιμος άνθρωπος, αλλά ήμασταν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Κι εγώ δεν μπορούσα να ζω με κάποιον που γύριζε στις 04:00 το πρωί, δεν ήξερα πού ήτανε, που έτρωγε όλα τα χρήματα με τους θιάσους», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της, αποκαλύπτοντας παράλληλα: «Ο κολλητός του φίλος, η σκιά του, ήταν ο Τσιφόρος. Δυστυχώς, έκανε πάντα παρέα με τον Τσιφόρο. Απατεών! Ένας λόγος που απομακρύνθηκα από τον Ορέστη ήταν και το ότι έκανε παρέα με αυτό τον άνθρωπο. Δεν μου άρεσε. Ήταν βρόμικος. Αφάνταστα. Είχε μπει και φυλακή, τέτοια πράγματα».

Παρ’ όλα αυτά, τον ευγνωμονούσε πάντα γιατί ήταν αυτός που την βάφτισε Στέλλα Γκρέκα, αφού είχε απορρίψει το Στέλλα Λάσκου.
Το 1945 ο Λάσκος ξεκινάει να γυρίζει την ταινία Ραγισμένες καρδιές με αρχική πρωταγωνίστρια τη Λίλη Μακ. Λίγο πριν, ζήτησε από τη Στέλλα να εμφανιστεί δίπλα της στο δοκιμαστικό. Και όπως έχει πει σε συνέντευξη της, «Όταν ο Φίνος είδε το δοκιμαστικό, του είπε: “Τι ψάχνεις; Δεν βλέπεις τη γυναίκα σου; Την έχει επισκιάσει την άλλη”. Κι έτσι έγινα movie star. Δεν είχα ιδέα, ούτε ηθοποιός ήμουνα. Σε αυτή την ταινία είπα και τα δύο πρώτα μου τραγούδια. Ο Λάσκος ούτε να το ακούσει, να τραγουδήσω. Έψαχνε να βρει άλλη τραγουδίστρια, και όταν άρχισαν οι φωνοληψίες ήρθε η Δανάη, η Ανθή Ζαχαράτου, αλλά οι φωνές τους δεν ταίριαζαν με την ομιλία μου. Έτσι, τα τραγούδησα εγώ».
Κινηματογραφικές περιπέτειες
Εκείνη την χρονιά, ο Γιώργος Τζαβέλλας γύριζε τα Χειροκροτήματα, με τον Αττίκ, τον Δημήτρη Χορν και τη Ζανέτ Λακάζ. Αρχικά είχε κάνει πρόταση στην Γκρέκα να παίξει στην ταινία, όμως ο Λάσκος την «συμβούλεψε» να παίξει στη δική του. Πολλά χρόνια αργότερα η Γκρέκα δεν σταμάτησε να πιστεύει πως αν είχε προτιμήσει να παίξει στα Χειροκροτήματα, η καριέρα και η ζωή της θα ήταν αλλιώς.

Με τον Τζαβέλα έμελλε να συνεργαστεί (κατά μια έννοια) την επόμενη χρονιά, το 1946, στο παραγνωρισμένο αριστούργημα του Πρόσωπα λησμονημένα, όπου ντουμπλάρει στο τραγούδι την πρωταγωνίστρια Μιράντα Μυράτ.
Και το 1947 γυρίζει τη Μαρίνα σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελάριου – την πρώτη ελληνική ταινία που οι πρωταγωνιστές φιλιούνται. Και όχι μόνο, αλλά είχε και γυρίσματα εκτός Αθηνών, και συγκεκριμένα στην Ύδρα.
Το φιλμ για πολλά χρόνια θεωρούνταν χαμένο. Όμως πριν λίγα χρόνια βρέθηκε μια κόπια στην Αίγυπτο και έκτοτε έχει προβληθεί σε συνδρομητικό κανάλι με αραβικούς υπότιτλους.
Την ίδια περίοδο τραγουδούσε και στο ραδιόφωνο, με τη συνοδεία του συνθέτη Κώστα Γιαννίδη, σαγηνεύοντας όπως λέγεται με τη φωνή της τον βασιλιά Παύλο. Όπως διηγείται και η ίδια: «Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο ο Μπαλτατζής, αδελφικός φίλος του Παύλου και μου είπε “σας περιμένω να έρθετε στο Τουρκολίμανο για λαντς”. Είχαν εκεί το σκάφος του βασιλιά. Δεν πήγα. Με πήρε και μου είπε “σας περιμέναμε αλλά δεν ήρθατε”. Πληθυντικός. Μπορεί να ήταν και ο βασιλεύς, ποιος ξέρει. Του είπα “λυπούμαι, αλλά ήμουν απησχολημένη”. Γιατί δεν πήγα; Πρώτα-πρώτα με έθιξε γιατί δεν με κάλεσαν με τον άντρα μου, ήμουν παντρεμένη. Καλείς μια γυναίκα, δεν μου στέλνεις ταξί να με πάρει και εκτός αυτού τι νομίζει; ότι ήμουνα κανά τσουλάκι να τρέξω στο λιμάνι να μπω στο σκάφος; Είχα το μυαλό να μην το κάνω και δεν πήγα. Και έτσι δεν γνώρισα τον βασιλέα, αν ήταν εκεί».
Αμέρικα-Αμέρικα
Το διαζύγιο με τον Λάσκο δεν ήταν βελούδινο, καθώς την παίδεψε πολύ να της το δώσει. Όταν τα κατάφερε, δέχτηκε μια πρόταση για την Αμερική και έφυγε. Αρχικά έμεινε στο σπίτι του αδελφού της. Το 1950 παντρεύτηκε τον Ελληνοαμερικανό Τζον Αυγερινό, ο οποίος ασχολούνταν με τον εφοπλισμό. Με τον Αυγερινό απέκτησε δύο γιους. Έκτοτε, αφιερώθηκε στην οικογένειά της και η ενασχόλησή της με το τραγούδι στις ΗΠΑ ήταν περιορισμένη.
Η ίδια είχε δηλώσει για την προσωπική της ζωή «Τελικά με τους άντρες ήμουν βλάκας, δεν ήξερα να διαλέξω. Παρόλο που ήταν ζηλιάρης, μου επέτρεπε τουλάχιστον να πηγαίνω όποτε ήθελα στην όπερα. Έλεγα από μέσα μου: “Αχ! Γιατί να μην μπορώ να πω αυτή την άρια;”. Σκεφθείτε, το 1959 άρχισα να κάνω μαθήματα κλασικού τραγουδιού. Κρυφά, για έναν χρόνο. Όταν το ανακάλυψε ο άντρας μου, μου έκοψε και την τελευταία δεκάρα».
Όταν πέθανε ο Αυγερινός είχε μόνο 5.000 δολάρια στην τράπεζα, καθώς κάποιες επιχειρήσεις που έκανε, απέτυχαν οικτρά. «Πούλησα το σπίτι και τα κοσμήματά μου. Είχα καταπληκτικά κοσμήματα, αριστουργήματα. Δεν μου έκαναν καμία εντύπωση. Όταν τα πούλησα, δεν μου έλειψαν καθόλου. Και ξέρετε γιατί δεν μου έλειψαν; Γιατί τα αγόραζε γι’ αυτόν. Έπρεπε να δείξει ότι είναι πετυχημένος και η γυναίκα του φοράει ό,τι και οι άλλες κυρίες».
Στην Ελλάδα ερχόταν για διακοπές, ενώ στην δεκαετία του ’70 έκανε και δυο άλμπουμ. Ένα με τραγούδια του Χρήστου Χαιρόπουλου και ένα με τραγούδια του Αττίκ.

Γύρω στα τέλη των της δεκαευτίας του ’80 γύρισε τελειωτικά στην Ελλάδα. Μάλιστα έκανε και μια εκπομπή με τον Γιώργο Παπαστεφάνου.
Η Στέλλα Γκρέκα δεν έκρυβε την έκπληξή της, που την θυμόντουσαν και την ήξεραν και οι νεότεροι. Δεν είχε κοσμική ζωή, που ούτως ή άλλως δεν της άρεσε ποτέ, και λάτρευε την οικογένεια της και να κάθεται στο σπίτι της.
Έζησε μια ζωή που δεν την είχε σχεδιάσει, ούτε την είχε ονειρευτεί. Και ίσως αν είχε κυνηγήσει κάποια πράγματα να έκανε μια πλουσιότερη καριέρα. Αλλά και αυτά που βίωσε και δημιούργησε της άφησαν στο τέλος μια γλυκιά γεύση.
Έφυγε το 2025, σαν σήμερα, σε ηλικία 103 ετών. Και ως τώρα έχει τον τίτλο της μακροβιότερης τραγουδίστριας. Άλλη μια πρωτιά που δεν κυνήγησε στην ζωή της, αλλά της προέκυψε. Όπως και όλα τα σημαντικά επιτεύγματα στην ζωή της.
Σπύρος Δευτεραίος
















