Με εξαιρετική λαμπρότητα εωρταζόταν και η εορτή των Θεοφανείων, τα «Φώτα». Από την παραμονή της μεγάλης ημέρας ο ιερεύς, μετά τη λειτουργία, ανεκοίνωνε το όνομα της ενορίας, όπου την επομένη θα γινοταν η κατάδυσις του Τιμίου Σταυρού. Με ύφος ψαλμωδικό πρόφερε την αναμενόμενη εναγωνίως από το εκκλησίασμα φράση: «Και ο σταυρόν θα πηγαίνη εις την Τσιμιδά, ή στο Παραπόρτιν».
Η προσγινόμενη τιμή στην ευνοούμενη ενορία ήταν το φλέγον ζήτημα της ημέρας και πολλές φορές γινόταν αφορμή να προκληθούν μικροεπεισόδια και αντεγκλήσεις μεταξύ ομάδων διϊσταμένων ενοριτών.
Δύο ήσαν οι ενορίες που διεκδικούσαν τη μεγάλη τιμή: Το Παραπόρτιν και η Τσιμιδά. Αλλά το περισσότερο επροτιμάτο το Παραπόρτιν, πρώτα διότι η διαμόρφωση της παραλίας του έδινε γραφικώτερη εμφάνιση στη διεξαγωγή της τελετής και δεύτερο για λόγους επιδείξεως, αλλά και σκοπιμότητας μαζί για να δοθή ευκαιρία στους γύρω Τούρκους να παρακολουθήσουν τον μεγαλόπρεπο εορτασμό.
Την ημέρα των Φώτων, πριν ακόμη προβάλη η αυγή, σύμφωνα με το τελετουργικό της εορτής, με λάβαρα, εξαπτέρυγα και ψαλμωδίες ξεκινούσε η μεγάλη πομπή με συνοδεία φανών και λαμπάδων, προς την παραλία.
Όλα τα παράθυρα και οι εξώστες των σπιτιών από όπου επερνούσε η πομπή ήσαν λαμπαδοστολισμένα και κατάμεστα από κόσμο, καθώς και η μακρόστενη έκταση της γραφικής παραλίας. Βαρκούλες στολισμένες με σημαίες και χρωματιστά αναμμένα χαρτοφάναρα περιέπλεαν κατάφορτες με επιβάτες γύρω από τη θέση όπου θα γινόταν η κατάδυση. Δέκα και δεκαπέντε πολλές φορές παλληκάρια έπαιρναν θέση κι αυτά σε αποστάσεις σε επίκαιρα σημεία μέσα στην παγωμένη θάλασσα με αγωνία προσμένοντας να φθάση η μεγάλη της καταδύσεως ώρα.
Όλο αυτό το γραφικο θέαμα στο ημίφως της αυγής γέμιζε ιερή συγκίνηση όλες τις ψυχές. Κι έξαφνα το εορταστικό τροπάριο αντηχούσε μέσ’ στη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα:
«Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου, Κύριε…»
Και με τους τελευταίους τόνους του τροπαρίου ο σταυρός υψωνόταν στον αέρα από τον ιερέα, διέγραφε μιάν καμπύλη και βυθιζότανε στα ταραγμένα νερά, ενώ ο τόπος σειόταν από τους αλαλαγμούς και τις θεαματικές εξαπολύσεις ρουκετών.
Ασυγκράτητα τα λεβενόκορμα παλληκάρια ωρμούσανε προς το σημείο όπου έγινε η κατάδυση του Τιμίου Σταυρού. Ακολουθούσε σκληρός αγώνας. Ο καθένας ήθελε να πάρη στην κατοχή του το διαφιλονικούμενο Σύμβολο και φθάνοντας πρώτα στην ακτή να το παραδώση στον αναμένοντα ιερέα. Το συνωστιζόμενο πλήθος παρακολουθούσε με εντεταμένο ενδιαφέρον τις συναρπαστικές φάσεις των σκληρά διαπληκτιζόμενων νέων μέσα στους αφρούς της αναταρασσόμενης θάλασσας.
Ο σταυρός άλλαζε διαδοχικά χέρια, έως ότου ο δυνατώτερος και καμμιά φορά ο επιτηδειότερος κατώρθωνε να διαφύγη από τον κλοιό και να διολισθήση ως την παραλία, όπου παρέδιδε, αφού το φιλούσε, το ιερό έπαθλο στον ιερουργούντα, με τις ευχές και τους έπαινους του κόσμου.
Έπειτα η πομπή με την ίδιαν επιβλητική σύνθεση επέστρεφε και πάλι πίσω στην εκκλησία.
Ο νικητής του αγώνος ήταν ο άξιος και ο δακτυλοδεικτούμενος της ημέρας, το καμάρι των κοριτσιών.
Είχε ακόμα το δικαίωμα να συνοδεύση τους ιερείς στην περιφορά του Σταυρού στα σπίτια κατά το καθιερωμένο προσκύνημα –ένα ωχρόν αντιφέγγισμα νικητού των αρχαίων ελληνικών αγώνων.
Γεώργιος Η. Σακκάς
















