Σαν σήμερα, το 1941, γεννήθηκε ο Λάκης Αλεξάνδρου, ένας τραγουδιστής που κυριάρχησε τη δεκαετία του 1970 και λίγο του 1980. Και κυριάρχησε γιατί πρωτίστως είχε μια καταπληκτική, κρυστάλλινη φωνή, επιβλητική παρουσία και παρά πολύ καλά τραγούδια, στο είδος τους.
Και εδώ ήταν το μεγάλο θέμα. Το είδος των τραγουδιών του. Που μπήκε η ταμπέλα «ελαφρολαϊκό», ενώ ήταν προς τα ποπ λημέρια – χωρίς όμως να είναι ο ίδιος ποπ.
Και για να μην το μπερδεύουμε με μουσικές έννοιες, ο Λάκης Αλεξάνδρου ήταν άτυχος. Γιατί ενώ ξεκίνησε και με επιτυχία σε μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία, πήγε σε μικρότερη και στην πορεία χάθηκε. Βγήκε και ένα άλλο είδος τραγουδιού, που δεν του πήγαινε. Άλλαξε και η νυχτερινή διασκέδαση και πολύ γρήγορα έγινε ένας πρώην.

Και λίγο μετά ήρθε και ένα τεράστιο οικογενειακό πρόβλημα, το οποίο τον καταρράκωσε.
Παρά τη θαυμάσια φωνή, τις επιτυχίες του παρελθόντος και το ήθος του, ο Λάκης Αλεξάνδρου δεν «υιοθετήθηκε» από καμία δισκογραφική, δεν του έγραψε καινούργια τραγούδια κάποιος νέος συνθέτης, ούτε έγινε κάποια επανεκτέλεση τραγουδιού του που θα τον έφερνε ξανά στην επιφάνεια.
Ο ίδιος το πάλεψε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, με αρχές ’00s – αλλά είπαμε, ήρθε και η οικογενειακή τραγωδία και του έριξε την τελειωτική γροθιά. Έτσι στις 18 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 69 ετών, άφησε την τελευταία του πνοή.
Ποιος είναι αυτός ο αψηλός
Μακεδόνας στην καταγωγή, γεννήθηκε στη Νέα Πέλλα Γιαννιτσών, αλλά μεγάλωσε στη Κομοτηνή. Στην Γ’ τάξη του Γυμνασίου άρχισε να γράφει στίχους και λίγο αργότερα άρχισε να συνθέτει μουσική.
Μερικά από τα πιο ακουστά τραγούδια του γράφτηκαν εκείνη την εποχή: «Αντίο σπίτι μου», «Σε καρτερώ», «Άσπρα περιστέρια».
Τελειώνοντας το σχολείο άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική. Δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα· ήταν ένα κιθαριστικό τρίο, οι Trio Hellenic. Έτσι άρχισαν οι εμφανίσεις στη Μακεδονία. Το ρεπερτόριο του συγκροτήματος ήταν ποικίλο – λίγο αργότερα μετονομάστηκαν σε Play Boys και συνέχισαν την πορεία τους. Όμως χρειάστηκε να χωριστούν λόγω στρατού.
Ο Λάκης Αλεξάνδρου συνέχισε μόνος, τραγουδώντας στη Λέσχη Αξιωματικών του Γ’ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη και παράλληλα εξακολουθούσε να γράφει τραγούδια. Όταν τελείωσε με τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις έφυγε για τη Γερμανία και την πόλη Νόις στη δυτική όχθη του Ρήνου απέναντι από το Ντίσελντορφ.

Εκεί έπαιζε κιθάρα στο κλαμπ «Ελλάς», γρήγορα όμως δημιούργησε πάλι δικό του συγκρότημα με το όνομα Ορφέο Γκρις – με αυτό γύρισε πολλές πόλεις της Ευρώπης. Το 1970 επέστρεψε στην Ελλάδα και επιχείρησε να κάνει σόλο καριέρα τραγουδιστή, στην Αθήνα πλέον.
Όχι όμως χωρίς προβλήματα. Βλέπετε, εκείνη την περίοδο οι ιδιοκτήτες των νυχτερινών κέντρων είχαν άλλα πρότυπα για τους τραγουδιστές τους. Μάλιστα υπήρχε η φήμη ότι ο περίφημος Γιώργος Μαργωμένος –που είχε το «Φαληρικόν» στις Τζιτζιφιές– αρνήθηκε να τον πάρει στο μαγαζί του γιατί πίστευε ότι με τέτοιο… ύψος και τέτοιο ρεπερτόριο δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει καριέρα.
Το πρώτο άτομο που πίστεψε στις δυνατότητες του –αν και από εντελώς άλλο χώρο–, ήταν η Σωτηρία Μπέλλου. Τον πήρε μαζί της στο κέντρο «Μποέμηδες» όπου εμφανιζόταν. Και όχι μόνο, τον στήριξε πολύ στα πρώτα βήματα της καριέρας του.
Ο Έλληνας Αλ Μπάνο
Αρχές δεκαετίας του 1970 και στη γειτονική Ιταλία (και όχι μόνο) κάνει μεγάλη επιτυχία ο Αλ Μπάνο – και γενικότερα, το ιταλικό στιλ στο τραγούδι είναι σε άνθηση. Το 1971 γίνεται το δισκογραφικό ντεμπούτο του Λάκη Αλεξάνδρου, το οποίο κάνει αίσθηση. Τόσο ώστε να του κολλήσει το παρατσούκλι ο «Έλληνας Αλ Μπάνο»
Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ο πανύψηλος τραγουδιστής με την ’70s κόμη είχε και πολλές θαυμάστριες· ακόμα και όταν δεν ήταν πρώτο όνομα στα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανιζόταν. Μάλιστα υπήρχε ένας μύθος που ήθελε τους επιχειρηματίες των μαγαζιών, βλέποντας το χαμό που γινόταν στα… πόδια του, να ανοίγουν τις πόρτες πιο νωρίς προκειμένου να μπουν οι θαυμάστριες μέσα.

Οι άνθρωποι της δισκογραφίας που δούλευαν εκείνα τα χρόνια μιλούν για έναν σοβαρό επαγγελματία που δεν είχε σχέση με καβγάδες και βεντετιλίκια.
Έχει η μουσική γυρίσματα
Η δεκαετία του 1970 ήταν δική του. Οι θαυμαστές και οι θαυμάστριες είχαν φτάσει σε σημείο να του σηκώνουν το αυτοκίνητο, ενώ άνθρωποι που τον είχαν δει εκείνα τα χρόνια στο «Άλσος» του Γιώργου Οικονομίδη τον θυμούνται να κατεβαίνει από την πίστα χωρίς μικρόφωνο και να γυρνάει σε όλα τα τραπέζια, τραγουδώντας.
Η κόρη του, Σόφη Αλεξάνδρου, τον θυμάται τόσο σε εκείνη, όσο και στον αδελφό της Ηλία να τους παίζει στην κιθάρα τα νέα του τραγούδια, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που τους έπαιρνε μαζί του στο στούντιο που ηχογραφούσε.

Το 1978 διαγωνίζεται στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης και γίνεται σεισμός! Το 1980 υπογράφει σε μια μικρή δισκογραφική εταιρεία, εκεί όπου μαζί με τον συνθέτη Νίκο Ιγνατιάδη κάνουν την επιτυχία «Η ώρα της αλήθειας»:
Μόνο που πολλοί του χρεώνουν την παραπάνω κίνηση –την αλλαγή της δισκογραφικής– ως την αρχή του τέλους: αρχικά από τη δισκογραφία και μετά από τα μεγάλα κέντρα διασκέδασης. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι εταιρείες τού έκαναν πόλεμο. Από την άλλη όμως, άλλαζε και ο χάρτης του τραγουδιού και της νύχτας.
Τη δεκαετία του 1980 αρχίζει να πυκνώνει τις εμφανίσεις στο εξωτερικό, οι οποίες του εξασφάλισαν ένα σεβαστό εισόδημα. Όχι όμως για πολύ.
Το σκληρό πρόσωπο της ζωής
Μην έχοντας δισκογραφική εταιρεία και νέα τραγούδια, και έχοντας ξεχαστεί οι δικές του μεγάλες επιτυχίες, άρχισε να δουλεύει σε μικρά μαγαζιά και να προσπαθεί να προσαρμοστεί στο φουλ λαϊκό πρόγραμμα των χώρων.
Ο Λάκης Αλεξάνδρου δεν έκρυβε τη δυσαρέσκεια και την πικρία του για ονόματα που στο παρελθόν ήταν πιο κάτω από αυτόν και όταν ανέβηκαν, τον ξέχασαν.
Στη δεκαετία του 1990, πικραμένος από την αντιμετώπιση και το εχθρικό περιβάλλον, αποτραβήχτηκε. Έμεινε στο σπίτι του στον Ωρωπό, περιορίζοντας τις δημόσιες εμφανίσεις του.

Λίγο αργότερα, ο γιος του Ηλίας είχε ένα πολύ σοβαρό τροχαίο που τον άφησε τετραπληγικό.
Πέρασε μοναχικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ένα σπίτι στο Αιγάλεω. Εκεί ήταν που η καρδιά του τον πρόδωσε, σε ηλικία 69 ετών. Το άψυχο σώμα του βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι τoυ.
Ο Λάκης Αλεξάνδρου, 15 χρόνια μετά, δεν έχει «ανακαλυφθεί» από τους σημερινούς ανθρώπους του τραγουδιού. Παρόλα αυτά οι φίλοι του τον κρατάνε ζωντανό στις μνήμες τους, ενώ υπάρχει και σελίδα του στο Facebook που την διαχειρίζεται η κόρη του.
Και ποιος ξέρει, ίσως κάποιοι κάποτε να τον ακούσουν εκ νέου.

Σπύρος Δευτεραίος
















