Ο Δαυίδ Μέγας Κομνηνός, γεννημένος το 1408 στην Τραπεζούντα, αποτέλεσε τον τελευταίο κρίκο της ένδοξης αλυσίδας των Μεγάλων Κομνηνών, της δυναστείας που σχεδόν δύο αιώνες κράτησε ζωντανή την ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204).
Τρίτος γιος του αυτοκράτορα Αλέξιου Δ’ με τη Θεοδώρα Καντακουζηνή, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον έντονων διπλωματικών διεργασιών και συνεχών εξωτερικών πιέσεων.
Από νωρίς, επί βασιλείας του αδελφού του, Ιωάννη Δ’, έλαβε τον τίτλο του δεσπότη και συμβασιλέα, συμμετέχοντας ενεργά στις διαπραγματεύσεις με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, όπως οι Γενουάτες και οι Οθωμανοί.
Το 1458, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Δ’ και ενώ ο νόμιμος διάδοχος, ο τετράχρονος Αλέξιος Ε’, ήταν ανήλικος, ο Δαυίδ ανέλαβε την εξουσία ως επίτροπος. Με την υποστήριξη της ισχυρής οικογένειας των Καβασιτών, παραμέρισε τον μικρό διάδοχο και ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο της Τραπεζούντας. Έτσι ξεκίνησε μια σύντομη, αλλά γεμάτη αγωνία βασιλεία που διήρκεσε από τον Απρίλιο του 1460 έως τον Αύγουστο του 1461.
Γνωρίζοντας ότι η αυτοκρατορία του βρισκόταν υπό άμεσο οθωμανικό κίνδυνο, ο Δαυίδ κινήθηκε σε δύο επίπεδα: ανατολικά προσπάθησε να συνάψει συμμαχίες με τα τουρκικά εμιράτα και δυτικά στράφηκε σε μεγάλους Ευρωπαίους ηγεμόνες – τον βασιλιά της Γαλλίας, τον Δούκα της Βουργουνδίας και τον Πάπα Πίο Β’. Μετέφερε μάλιστα ο ίδιος τις ανησυχίες του στην Αδριανούπολη, όπου το 1458 επικύρωσε μια συνθήκη ειρήνης με τον Μωάμεθ Β’. Ωστόσο, οι διπλωματικές του προσπάθειες δεν απέδωσαν.
Η Δύση παρέμεινε αμέτοχη και τα εμιράτα γρήγορα συνετρίβησαν από τη δύναμη του Πορθητή.
Το καλοκαίρι του 1461 ο Μωάμεθ Β’ εξαπέλυσε μια μεγαλειώδη εκστρατεία με περίπου 300 πολεμικά πλοία. Αρχικά κατέλαβε τα τουρκομανικά εμιράτα και στη συνέχεια διέταξε το στόλο του να στραφεί κατά της Τραπεζούντας, ενώ ο ίδιος βάδισε προς την πρωτεύουσα των Ασπροπροβατάδων (Ak Koyunlu), εξασφαλίζοντας την άμεση ειρήνη τους.
Έτσι, ο Δαυίδ βρέθηκε εντελώς απομονωμένος. Στην Τραπεζούντα, ενώ η οθωμανική πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, υπήρχαν άρχοντες που πίστευαν ότι η υποταγή ήταν η μόνη διέξοδος. Ανάμεσά τους και ο πρωτοβεστιάριος Γεώργιος Αμιρούτζης, ο οποίος θα αναλάβει τις διαπραγματεύσεις και θα πείσει τον αυτοκράτορα να παραδώσει την πόλη χωρίς αντίσταση.
Τον Αύγουστο του 1461, η Τραπεζούντα υποτάσσεται στον Μωάμεθ Β’. Ο Δαυίδ και η οικογένειά του μεταφέρονται στην περιοχή του Στρυμόνα στη Μακεδονία, όπου τους παραχωρούνται υψηλά εισοδήματα. Παράλληλα, πολλές αριστοκρατικές οικογένειες της Τραπεζούντας μεταφέρονται στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ αυτών και η οικογένεια του Αμιρούτζη, η οποία τιμάται ιδιαίτερα από τον Σουλτάνο. Την ίδια στιγμή, 1.500 νέοι της πόλης οδηγούνται ως αιχμάλωτοι για να γίνουν γενίτσαροι.
Η φαινομενική ηρεμία δεν διαρκεί πολύ. Ο Μωάμεθ, φοβούμενος πως ο Δαυίδ μπορεί να γίνει λόγος συσπείρωσης για τους υπόδουλους χριστιανούς, τον συλλαμβάνει με μια χαλκευμένη κατηγορία – με τη συνδρομή του προσφάτως εξισλαμισμένου Αμιρούτζη. Ο Δαυίδ, οι τρεις γιοι του (Βασίλειος, Μανουήλ και Γεώργιος) και ο ανιψιός του Αλέξιος κρατούνται δεμένοι στον Πύργο της Αδριανούπολης και αργότερα μεταφέρονται στο Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης.
Οι πηγές της εποχής περιγράφουν με δραματικό τρόπο τις τελευταίες στιγμές του.
Σε μεμβράνινο χειρόγραφο της Μονής της Θεοτόκου στη Χάλκη αναφέρεται: «Κατά την 26ην του μηνός Μαρτίου της ΙΑ’ Ινδικτιώνος του 1463 έτους, ημέρα Σαββάτω […] εκρατήθη ο Άγιος ημών Αυθέντης και Βασιλεύς» και συμπληρώνει: «Εν δε τη πρώτη Νοεμβρίου […] ετελειώθη τω ξίφει ο αυτός συν άμα τοις τρισίν αυτού υιοίς και τω ανεψιώ…».
Ο ίδιος ο Μωάμεθ προσφέρει στον Δαυίδ την έσχατη επιλογή: να αποκηρύξει τη χριστιανική πίστη του, ώστε να σωθεί εκείνος και η οικογένειά του.
Η απάντηση του τελευταίου αυτοκράτορα της Τραπεζούντας είναι ιστορικά καταγεγραμμένη και μνημονεύεται μέχρι σήμερα: «Κανένα μαρτύριο δεν πρόκειται να με φέρει στο σημείο να απαρνηθώ την πίστη των πατέρων μου». Έτσι, την Κυριακή 1 Νοεμβρίου 1463, λίγο πριν ξημερώσει, ο Δαυίδ, οι γιοι του Βασίλειος και Μανουήλ, και –πιθανότατα αργότερα– ο Γεώργιος, μαζί με τον ανιψιό του Αλέξιο, θανατώνονται στην Κωνσταντινούπολη ως «ένοχοι συνωμοσίας». Ο θάνατός τους έμεινε χαραγμένος στη συλλογική μνήμη των Ποντίων και όλου του ελληνισμού.
Στην προσωπική του ζωή, ο Δαυίδ υπήρξε σύζυγος δύο γυναικών. Με την πρώτη, τη Μαρία από το πριγκιπάτο της Θεοδωρούς, πιθανότατα δεν απέκτησε παιδιά. Με τη δεύτερη σύζυγό του, την Ελένη Καντακουζηνή, κόρη του δεσπότη Δημητρίου Α’ του Μυστρά, απέκτησε τουλάχιστον πέντε παιδιά: τον Βασίλειο, τον Μανουήλ, τον Γεώργιο, την Άννα –που παντρεύτηκε Οθωμανό αξιωματούχο– και ακόμη μία κόρη, η οποία νυμφεύθηκε τον Μαμία, πρίγκιπα της Γκουρίας στη Γεωργία.
Στις 10 Ιουλίου 2013 ο Δαυίδ Μέγας Κομνηνός, μαζί με τους γιους του και τον ανιψιό του, ανακηρύχθηκαν επίσημα νεομάρτυρες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατόπιν πρότασης του μητροπολίτη Δράμας Παύλου. Η μνήμη τους τιμάται την 1η Νοεμβρίου – ημέρα της θυσίας τους.
Μέχρι και σήμερα, ο Δαυίδ παραμένει σύμβολο πίστης, τιμής και αυτοθυσίας: ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, αλλά και ο πρώτος στο δρόμο του μαρτυρίου για το Γένος.
















