Ένα συγκινητικό οδοιπορικό μνήμης και κατάνυξης ξεδιπλώνεται μέσα από την προσωπική μαρτυρία του Ξενοφώντα Κ. Άκογλου, ο οποίος ανακαλεί τις παιδικές του αναμνήσεις από τον Δεκαπενταύγουστο τού 1909 στον Πόντο.
Το προσκύνημα των κατοίκων των Κοτυώρων (Ορντού) προς το ιστορικό ακρωτήρι του Γιάσονος δηλαδή το Ιασώνειο Ακρωτήριο, με σκοπό την απότιση φόρου τιμής στη Χάρη της Παναγίας, όπως ο ίδιος γράφει είναι κάτι που δεν ξέχασε ποτέ.
Παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, τη νυχτερινή θαλασσοταραχή στο επικίνδυνο πέρασμα του Τσάμ-πουρούν και την ταλαιπωρία των προσκυνητών, το ταξίδι ολοκληρώθηκε. Το κείμενο του Ξενοφώντα Άκογλου αποτυπώνει με ζωντάνια την ατμόσφαιρα του λαϊκού πανηγυριού, τις παραδόσεις της περιοχής και την ανεξίτηλη πνευματική εμπειρία της μετάληψης τον Δεκαπενταύγουστο.
∼
Μετάληψη τον Δεκαπενταύγουστο
Τα καΐκια είχαν κινήσει νωρίς τ’ απόγεμα από το λιμάνι της Όρτους, την παραμονή της Παναγίας του 1909, για το Γιάσον.
Ο γείτονάς μας ο Κωσταντάς ο βαρκάρης, δεν το είχε σκοπό να ταξιδέψει. Όμως κάποια θεία του, που ήτανε ταμένη να πάει στη χάρη της Παναγίας, είχε χάσει όλα τα καΐκια που φύγανε. Και καθώς της είχε μεγάλη αδυναμία, ξεσηκώθηκε μεμιάς και το πήρε απόφαση να την πάει ο ίδιος. Μικρή η βάρκα του, δεν άργησε να γεμίσει από προσκυνητές, γυναικούλες οι περισσότερες.
Ζωηρότατη ήταν η επιθυμία στα παιδικά μου εκείνα χρόνια να πηγαίνω σε όλα τα παρόμοια πανηγύρια. Πήγαιναν οι συνομήλικοι, φίλοι και συμμαθητές μου, διηγούνταν τις εντυπώσεις κατά την επιστροφή τους και η λαχτάρα μου θερμαινότανε περισσότερο. Τύχη αγαθή, ο μεγαλύτερός μου αδελφός να είναι φίλος του Κωσταντά. Εξασφάλισε μια θέση για τον εαυτό του και πετάχτηκε στο σπίτι κατά το σούρουπο να πάρει τα χρειαζούμενα για το ταξίδι. Του κόλλησα από κοντά. Δεν είχε αντίρρηση εκείνος – Θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα του! Όμως εναντιωνότανε η σχωρεμένη η μάνα μου. Ικετευτικά την παρακάλεσα. Και τελικά μου έδωκε την άδεια. Έτσι, ξεπόρτισα μαζί με τον αδελφό μου και σε λίγο– τι χαρά! –βρισκόμουνα μες στη βάρκα του Κωσταντά για «τη Γιάσονος την Παναγία».
∴
Γαλήνη στη θάλασσα και άκρα απανεμιά στην ατμόσφαιρα. Η μεγάλη καμπάνα της Υπαπαντής σημαίνει εσπερινό. Μύρα και αρώματα λες και αναδίνονται από παντού. Όλο το περίγυρο σου χαρίζει μια γοητεία, σου θωπεύει τις αισθήσεις, σου λικνίζει απαλά την ψυχή με τη γλυκιά υπόκρουση των στίχων του ποιητή:
Χτυπάει η καμπάνα εσπερινό
γύρω σκορπά το δειλινό
τα μύρα του –λιβανωτό
και βιβλική γαλήνη–
κ’ εκεί στο πέλαο βαθιά
–όνειρεμένη ζωγραφιά–
μύρια καντήλια ανάψανε
καθώς ό ήλιος δύνει.
Ξεκινάει η βάρκα του Κωσταντά με μεγάλο σημαιοστολισμό από την «Τάσπασην», μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα αποθεωτική. Από τα παράθυρα των διπλανών παραλιακών σπιτιών και από τις ποδιές των θεόρατων τοίχων της αυλής της εκκλησίας της Υπαπαντής και της Ψωμιαδείου Σχολής μας κουνάνε τα μαντήλια. Ιαχές με τις τελευταίες παραγγελίες συγγενών και φίλων φτάνουν ως εμάς και παίρνουν την ανταπόκρισή τους. Γέροι κολυμβητές της συνοικίας, δελφίνια σωστά, μας συνοδεύουν και ξανοίγονται για να μας ξεπροβοδήσουν…
Η τόση γαλήνη με την απανεμιά έχουν και την άλλη τους όψη. Προμηνάνε δυσκολία στο ταξίδι χωρίς αέρα. Με ανοιγμένο ωστόσο το πανί αργοσαλεύει η καλά γεμάτη βάρκα με τα κουπιά και προχωρεί σιγά-σιγά. Περνούμε τις Τάπιες, τον Άικωσταντίνο και το Ποζούκ. Καλέ κ’ ένα ελαφρό στρωτό αεράκι, τα «τιδαρούγια» –«η απόγειος αύρα»–, αρχίζει να μας χαϊδολογάει και να κολπώνει της βάρκας το πανί. Η περιοχή εκείνη, η Αβτζάβα, με το ομώνυμο ποταμάκι της, κατεβάζει πάντα το ευεργετικό αυτό αεράκι.
Πανί και κουπιά μαζί, «άλα παιδιά, άλα παιδιά!», περνούμε βαθιά το Βώνα με τ’ όνομαστό του λιμάνι δίχως σχεδόν να το καταλάβομε, γιατί είχε πιά καλά νυχτώσει. Οι επιβάτες είχαν όλοι γείρει με τον τρόπο τους σ’ έναν ύπνο μακάριο με την ευχάριστη δροσιά. Άγρυπνος από την ανείπωτη χαρά μου, καθόμουν δίπλα στον τιμονιέρη – Κωσταντά με τον αδελφό μου. Το πέλαγο το ήρεμο, η αστροφεγγιά, οι σιλουέτες των γύρω αριστερά λόφων, η γαλήνη που ώρες-ώρες διακοβόταν από ένα ελαφρό πάφλασμα της πλώρης, προσδίνανε στο περιχυμένο παντού πηχτό σκοτάδι της νύχτας ένα μυστήριο, που οδηγούσε με κατανυκτική ανάταση σε μιαν έκσταση, σε μια προσευχή, σε μια δέηση προς τη θεία υπόσταση του Σύμπαντος…
∴
Αποξεχαστήκαμε σαν υπνωτισμένοι στην εδεμική αυτή ψυχική ευφροσύνη, σα σε όνειρο μαγευτικό που δε θέλομε να τελειώσει. Ξαφνικά ένας αγέρας απότομος κ’ ένας κληδονισμός αναστάτωσε τη βάρκα. Είχαμε φτάσει, δίχως να το καταλάβει ούτε ο καπετάνιος, στο περιβόητο Τσάμ’-πουρούν (όπως εδώ ο Κάβο Ντόρος). Κ’ εκεί ο καιρός δεν αστειεύεται. Πάντα, κατά κανόνα, θάχει τις κακοκαιρίες του. Ο Κωσταντάς ο καπετάνιος προστάζει αμέσως να κατεβάσουν το πανί και να πιάσουν τα κουπιά. Μα οι επιβάτες, που ξύπνησαν όλοι, αναστατώθηκαν και επιφέρανε τη σύγχυση.
«Παναγία, ‘ς σ’ όνομα σ’ έρχομες! Παναγία ‘ς σ’ όνομα σ’ έρχομες!», ήταν η γενική κραυγαλέα επίκληση των γυναικών, ενώ οι λίγοι άντρες προσπαθούσαν να τις καθησυχάσουν και να τις πειθαναγκάσουν να κάτσουν χάμω μες στη βάρκα ακίνητες στις θέσεις τους.
Και αφού κατέβασαν το πανί και ησύχασαν κάποως όλοι, πιάσαν τα κουπιά για να συνεχίσουν το ταξίδι προς το Γιάσον έτσι, δίχως πανί. Μπήκα κ’ εγώ τότε βοηθός σε κουπί… Όμως ό καιρός ήταν αντίθετος. Είχαμε τον αέρα φάτσα, αέρα σφοδρό, που όσο προχωρούσαμε τόσο δυνάμωνε και σήκωνε κύμα. Άρχισε κ’ η ψύχρα κ’ η υγρασία η τσουχτερή, με το πιτσιλισμα των κουπιών που μας κατάβρεχε. Κ’ η απόσταση μεγάλη ακόμα. Αναγκάστηκε ο καπετάνιος κ’ έκαμε πίσω. Τρομάξαμε να στρέψομε τη βάρκα, με κίνδυνο σοβαρό να βουλιάξομε.
Στην επιστροφή πιά ο καιρός ήτανε πρίμος. Γυρίσαμε εύκολα, και με πανί ανοιγμένο, πίσω στο Βώνα. Εκεί βρήκαμε κι άλλα δυό καΐκια που είχανε την ίδια τύχη. Θάταν η ώρα δυό μετά τα μεσάνυχτα. Πέσαμε εκεί στο γιαλό ψόφιοι από την κούραση κι αποκοιμηθήκαμε….
∴
Την άλλη μέρα, σύναυγα, ανήμερα της Παναγίας, κινήσαμε πάλι για το Γιάσον. Απανεμιά, γαλήνη, δροσιά το πρωί. Ζέστη αποπνιχτική μετά τις 9. Κάναμε όλο το δρόμο σχεδόν με κουπί. Κάνα δυό φορές που ανοίξαμε το πανί, φαινότανε πως δεν κερδίζαμε τίποτε. Αργήσαμε πολύ. Η αυστηρή νηστεία των δεκαπέντε ημερών και η πείνα από την προτεραία μας είχε θερίσει. Ανοίγει πολύ την όρεξη και το θαλασσινό ταξίδι.
Αναγκαστήκαμε και κολατσίσαμε από τους κεφτέδες, τα τυριά και τα λοιπά άρτημένα τρόφιμα που είχαμε μαζί μας. Φτάσαμε στο Γιάσον κατά το μεσημέρι…
∴
Γιάσον! Ένα ακρωτήρι (Ιασονία Άκρα –τουρκ. Γιασόν-πουρούν) σα μιά τεράστια ταράτσα, σαν ένα γιγάντιο θωρηκτό, που ξεκίνησε από τη στεριά και χώθηκε και σφηνώθηκε μες στη θάλασσα. Με μιά θέα υπέροχη που απλώνεται ως την Οινόη και τη Φάτσα, στο Πολεμώνιο και στο Τσάμ-πουρούν και σε όλη την απέραντωσύνη της Μαύρης Θάλασσας. Την ονομασία του, την κρατάει από τον πανάρχαιο θρύλο της Αργοναυτικής Εκστρατείας, που είχε αρχηγό τον Ιάσονα. Εκεί, στην άκρη, η εκκλησίτσα της Μεγαλόχαρης, ολόλευκη, οδηγήτρα των ναυτικών, ελπίδα και παρηγοριά των πιστών. Είναι κτίσμα του Κοτυωρίτη αρχιμανδρίτη ιερομόναχου Νικόδημου (κατά κόσμον Ιωακείμ Σιλβέστρου), που καλογερεύοντας στο Άγιον Όρος κατά το 1850, ενυπνιάστηκε κατεπανάληψη και πήγε τελικά εκεί, έσκαψε στα ερείπια παλιάς βυζαντινής εκκλησίας και βρήκε την εικόνα της Παναγίας και άλλα εκκλησιαστικά σκεύη. Γύρισε κατόπιν όλη την περιοχή, μάζεψε βοηθήματα και δωρεές και έχτισε το συμπαθητικό εκκλησάκι, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. (*)
∴
Όταν φτάσαμε πιά και ξεμπαρκάραμε, η εκκλησία είχε ήδη απολύσει. Οι πανηγυριώτες το είχανε στρώσει στο γλέντι με νταούλια και με ζουρνάδες, με λύρες, με κλαρίνα, με ντέφια και κάθε είδος λαλούμενα. Κόσμος πολύς απ’ όλη την περιοχή είχανε μαζευτεί εκεί, είχανε στρώσει χάμω, σε κιλίμια, τα τρόφιμά τους κατά παρέες και διασκεδάζανε. Τρώγαν, πίνανε, τραγουδούσανε, χορεύανε, γλεντούσανε. Εμείς κατευθυνθήκαμε ίσια στην εκκλησία. Ο Παπάς ήταν έτοιμος να φύγει. Ένας παπάς σεβάσμιος, ασκητικός, μειλίχιος μα και προοδευτικός. Τόνε ζύγωσαν οι γυναικούλες. Τού διηγήθηκαν την περιπέτειά μας, που μας ανάγκασε να φάμε τα άρτημένα τρόφιμά μας και τον ερώτησαν αν επιτρέπεται να μεταλάβομε.
– «Ελάτε να σας κοινωνήσω, μας είπε ο σεβάσμιος λευίτης, φάγατε από ανώτερη βία, δεν είναι αμαρτία».
Και μας εκοινώνησε. Δε θυμούμαι πόσες φορές, πού και πότε έχω κοινωνήσει ως τώρα. Όμως, τη μετάληψη εκείνη την άχραντη δε θα την ξεχάσω ποτέ.
Ξενοφών Κ. Άκογλους
(*) Για «τη Γιάσονος την Παναγία» βρίσκει κανείς ορισμένα στοιχεία στα «Λαογραφικά Κοτυώρων» σελ. 249. Κοντά σ’ εκείνα παραθέτομε και τούτα : Ο Θεοχάρης Σίλβεστρος, εγγονός αδελφού του Κτήτορα ιερομόναχου, όντας το 1918 στη Θεοδοσία της Κριμαίας συνάντησε εκεί τον Κοτυωρίτη Παμπούκωφ, γέροντα τότε 75 ετών, ο οποίος του διηγήθηκε πως άκουσε από παράδοση, ότι Τούρκοι από την Ριζούντα, ταξιδεύοντας για την Αμισό, πέρασαν από το Γιάσον και για σαβούρα στο καΐκι τους (τύπου σαντάλ), φόρτωσαν πέτρες, προοριζόμενες για το χτίσιμο της εκκλησίας. Όταν γύρισε ό καλόγερος και είδε πως έλειπαν οι πέτρες, προσευχήθηκε και είπε: «Παναγία, Παναγία, έλα ποίσον τό θάμα σ’, νά έρχουνταν όπισ’ ‘ς σόν τόπον άταν τά λιθάρια». Την άλλη μέρα οι Τούρκοι έφεραν πίσω τις πέτρες, γιατί εκεί που ρίχνανε τουφεκιές στα δελφίνια, έσκασε ένα τουφέκι και τραυματίστηκαν στα χέρια και κατόπιν η κακοκαιρία τους εμπόδισε να συνεχίσουν το ταξίδι τους για την Αμισό. Έτσι οι πέτρες ήρθανε πάλι στη θέση τους.
• Πηγή: Ξενοφών Άκογλους, Ποντιακή Εστία, 1956, τ. 80-81.
• Σημ.: Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου.

















