«Θεέ μου, πόσο όμορφη και πόσο ευρύχωρη είναι η τάξη μας με τα μεγάλα πλατιά παράθυρά της γεμάτα φως!» γράφει ο Δημήτρης Ψαθάς στη Γη του Πόντου, επιστρέφοντας με τη μνήμη στα θρανία του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας.
Έξω από τα παράθυρα, το πέλαγος, οι γλάροι και τα δελφίνια. Μέσα, οι απαγγελίες, οι αταξίες και ένας μαθητής που θριάμβευε στην έκθεση, αλλά δυσκολευόταν στα κλάσματα. Ο δάσκαλος των Ελληνικών τον φώναζε, άλλωστε, «Έλα εσύ… δημοσιογράφε!».
Χάρη στην πένα του, το ελληνικό εκπαιδευτήριο, με τις τάξεις του δημοτικού και του γυμνασίου, ξαναγεμίζει παιδιά. Οι αναμνήσεις του φωτίζουν και τη σημασία της παιδείας για τους Έλληνες του Πόντου: στα σχολεία καλλιεργούσαν τη γλώσσα τους, διαμόρφωναν τη συλλογική τους συνείδηση και μετέδιδαν την ταυτότητά τους στην επόμενη γενιά.
Έναν και πλέον αιώνα μετά τον ξεριζωμό και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, ορισμένα από αυτά τα σχολεία εξακολουθούν να υποδέχονται μαθητές στην Τραπεζούντα, τη σημερινη Trabzon της Τουρκίας. Οι κοινότητες που τα δημιούργησαν εκτοπίστηκαν· η εκπαιδευτική χρήση των κτηρίων συνεχίζεται.

Τις ιστορίες τους αναζητά στα οθωμανικά αρχεία η Νουρτζάν Γιαζιτζί Μετίν (Nurcan Yazıcı Metin), καθηγήτρια και πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών «Μιμάρ Σινάν» της Κωνσταντινούπολης.
Αφορμή για τη συνέντευξή της στο pontosnews.gr είναι η μελέτη της στο Arış (τεύχος 28, 2026), για τα σχολικά κτήρια των μουσουλμανικών, μη μουσουλμανικών και ξένων κοινοτήτων της πόλης.
Η ίδια κατάγεται από την Τραπεζούντα. Και η ελληνική παρουσία έφτασε ως εκείνη και μέσα από τις ελληνικές λέξεις και τις αναμνήσεις της γιαγιάς της.
Δύο πόρτες για το ίδιο σχολείο
Αν μπορούσε να μας οδηγήσει σε ένα ελληνικό σχολείο πέρα από το Φροντιστήριο, θα διάλεγε εκείνο της συνοικίας Άνω Μπόζτεπε, το Boztepe-i Bala. Θεωρεί ότι αξίζει μια θέση στη συλλογική μνήμη, τόσο για την ιστορία του σχεδιασμού του όσο και για τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες που διατηρεί.
«Σχεδιάστηκε από τον Δημήτριο Φυλλίζη, έναν σημαντικό Έλληνα αρχιτέκτονα της εποχής, γεννημένο στην Τραπεζούντα, ο οποίος είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Παρίσι. Η υπογραφή του εμφανίζεται στα σχέδια.
»Ένα έγγραφο της εποχής που βρέθηκε στα Οθωμανικά Αρχεία περιγράφει το έργο, σημειώνοντας ότι το 1912 σχεδιαζόταν ένα λιθόκτιστο κτήριο μήκους 38 μέτρων, για να λειτουργήσει ως “zükur ve inas mekteb-i iptidaisi”, δηλαδή ως δημοτικό σχολείο αγοριών και κοριτσιών».

Η λεπτομέρεια που εξηγεί πολλά για τη σχολική ζωή φαίνεται ακόμη στην πρόσοψη: δύο ανεξάρτητες είσοδοι, με σκάλες που οδηγούν σε διαφορετικές πόρτες.
«Αυτή η συμμετρική νεοκλασική πρόσοψη σχεδιάστηκε ώστε οι μαθήτριες και οι μαθητές να μπαίνουν στο σχολείο από διαφορετικές πόρτες. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει απτά τόσο το σχεδιασμό της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης όσο και τις αρχιτεκτονικές λύσεις που επινοήθηκαν για να ανταποκριθούν στις κοινωνικές ευαισθησίες της Τραπεζούντας στις αρχές του 20ού αιώνα».
Τότε τα δύο φύλα εκπαιδεύονταν χωριστά· στο Μπόζτεπε είχαν καθορισμένους χώρους μέσα στο ίδιο κτήριο. Σήμερα λειτουργεί ως μικτό δημοτικό σχολείο – μια μορφή «ζωντανής μνήμης», κατά την καθηγήτρια.
Το 1912 αφορά το σχεδιασμό του: «Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω την ακριβή ημερομηνία ολοκλήρωσης ή έναρξης λειτουργίας του, αλλά το κτήριο εξακολουθεί να υπηρετεί την ίδια εκπαιδευτική λειτουργία σήμερα».
Το σχολείο των κοριτσιών που σώθηκε μόνο στο χαρτί
Σε ένα άλλο τεκμήριο σώζονται μια ελληνική επιγραφή για το σχολείο κοριτσιών της Τραπεζούντας, η υπογραφή του Αλέξανδρου Κακουλίδη και η ημερομηνία 11 Φεβρουαρίου 1907, μαζί με μια σφραγίδα έγκρισης.
Πρόκειται για το σχέδιο του ελληνικού σχολείου θηλέων του Τουζλού Τσεσμέ, της σημερινής Κεμέρκαγια.
Αρχιτέκτονάς του ήταν ο ίδιος Τραπεζούντιος αρχιτέκτονας που είχε σχεδιάσει το Φροντιστήριο. Στη συνοικία, όπου ζούσε κυρίως ελληνικός πληθυσμός, λειτουργούσαν ήδη σχολεία αρρένων και θηλέων.
«Το 1907 αποφασίστηκε να κατασκευαστεί εκεί ένα νέο, μεγαλύτερο σχολείο θηλέων, στη θέση του υπάρχοντος. Στην ίδια αλληλογραφία περιλαμβάνονται σχέδιο της όψης και κατόψεις. Ως αιτία αναφερόταν ότι το σχολείο που εξυπηρετούσε τα κορίτσια της ελληνικής κοινότητας είχε ερειπωθεί».

Η απόφαση για ένα μεγαλύτερο παρθεναγωγείο δείχνει τη σημασία που απέδιδε η κοινότητα στη μόρφωση των κοριτσιών. Το νέο κτήριο όμως φαίνεται πως δεν χτίστηκε. Το 1912 το σχολείο λειτουργούσε σε μισθωμένο οίκημα.
«Η αλληλογραφία δεν διευκρινίζει γιατί αυτό το σχέδιο του αρχιτέκτονα Κακουλίδη δεν υλοποιήθηκε – ή ίσως απλώς δεν έχω ακόμη συναντήσει τα σχετικά έγγραφα», σημειώνει. Το οικονομικό βάρος της κατασκευής, εκτιμά, μπορεί να έπαιξε ρόλο.
Παρόμοιες δυσκολίες αντιμετώπιζαν και άλλες κοινότητες. Οι ανεγέρσεις δημόσιων κτηρίων μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια, ενώ σχολεία στεγάζονταν σε χάνια και αρχοντικά, συνήθως μισθωμένα και κάποιες φορές αγορασμένα.
«Για παράδειγμα, το İnas Rüştiyesi, το σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τα κορίτσια του μουσουλμανικού πληθυσμού, λειτουργούσε από την ίδρυσή του σε διάφορα νοικιασμένα αρχοντικά, παρά τα σχέδια για την ανέγερση ειδικού σχολικού κτηρίου».
Πέρα από το Φροντιστήριο
Η Τραπεζούντα ήταν λιμάνι και εμπορικός κόμβος, ανοιχτός σε καινοτομίες και εξελίξεις. Κατά τον 19ο αιώνα, την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ και στα χρόνια που ακολούθησαν, η συνύπαρξη διαφορετικών κοινοτήτων αποτυπωνόταν και στα σχολεία της.
«Πέρα από τη διάκριση των σχολείων σε μουσουλμανικά και μη μουσουλμανικά, υπήρχαν και διακρίσεις με βάση την εθνοτική ταυτότητα· τέτοιες κατηγοριοποιήσεις εμφανίζονται στην επίσημη αλληλογραφία. Οι Έλληνες αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα του μη μουσουλμανικού πληθυσμού. Αυτό αποτυπωνόταν και στην εκπαίδευση, καθώς είχαν ιδρύσει τα περισσότερα μη μουσουλμανικά σχολεία στην πόλη».
Το Φροντιστήριο καταγράφεται στα οθωμανικά έγγραφα ως Ελληνικό Σχολείο Αρρένων του Τουζλού Τσεσμέ. Αναφέρεται επίσης ως παλαιό Ελληνικό Κολέγιο της Κεμέρκαγια και σήμερα στεγάζει το λύκειο Kanuni Anadolu.
Η θέση και το εκπαιδευτικό του επίπεδο –η καθηγήτρια το περιγράφει ως «κολεγιακού επιπέδου»– συνέβαλαν στην αναγνωρισιμότητά του, ενώ τα υπόλοιπα ελληνικά σχολεία ήταν κυρίως δημοτικά.
Στα σωζόμενα κτήρια περιλαμβάνεται και το ελληνικό δημοτικό αρρένων του Καλεντιμπί, στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη, το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως δημοτικό.

Στο Κιρετσχανέ, στην περιοχή Ορταχισάρ, το 1913-1914 εξασφαλίστηκε άδεια κατεδάφισης του ερειπωμένου σχολείου στην αυλή της ελληνικής εκκλησίας και ανέγερσης νέου. Η καθηγήτρια εκτιμά ότι η κατασκευή του νέου σχολείου δεν κατέστη δυνατή.
Η έρευνα εστιάζει στην πόλη, το κέντρο του οθωμανικού βιλαετίου, διακρίνοντας τα σωζόμενα κτήρια, με αναγνωρίσιμες τις αρχικές κατόψεις και όψεις τους, από όσα γνωρίζουμε μέσω σχεδίων και αλληλογραφίας.
Ωστόσο, η εκπαιδευτική δραστηριότητα εκτεινόταν ευρύτερα: «Εκείνη την περίοδο ελληνικά σχολεία, κυρίως πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, χτίζονταν και στα σαντζάκια, στους καζάδες, ακόμη και στα χωριά που υπάγονταν στο βιλαέτι της Τραπεζούντας, ανάλογα με την πληθυσμιακή πυκνότητα».
Ένα παράδειγμα είναι το σχέδιο ελληνικού σχολείου στη Σάντα, στην επαρχία της Άρδασσας, στην περιφέρεια της Αργυρούπολης.
Ποιος πλήρωνε για τα σχολεία
«Η ανέγερση των μη μουσουλμανικών σχολείων στηριζόταν στους πόρους των ίδιων των κοινοτήτων, σε ιδιωτικά κεφάλαια και σε δωρεές εύπορων ευεργετών. Αυτό ίσχυε και για την ελληνική κοινότητα», εξηγεί η Νουρτζάν Γιαζιτζί Μετίν.
Το κόστος και οι χρονοβόρες αδειοδοτήσεις οδηγούσαν συχνά σε άλλες λύσεις: «Οι Έλληνες έχτιζαν δικά τους κτήρια, αλλά προσάρμοζαν επίσης κατοικίες και σπίτια που είχαν δωρίσει μέλη της κοινότητας, είτε περιμένοντας την έγκριση των σχεδίων είτε ανάλογα με τις δυνατότητές τους».
Για μια νέα κατασκευή υποβάλλονταν σχέδια και εκτιμήσεις κόστους στις επαρχιακές και κεντρικές Αρχές.
Αφού εγκρινόταν η κατασκευή ή η χρήση, εκδιδόταν η άδεια. Η διδασκαλία μπορούσε, πάντως, να έχει ήδη αρχίσει: «Τα αρχειακά έγγραφα δείχνουν ότι συχνά, λόγω των γραφειοκρατικών διαδικασιών, η εκπαιδευτική δραστηριότητα άρχιζε πριν από την έκδοση της άδειας και η τυπική αδειοδότηση ακολουθούσε αργότερα».

Το πλαίσιο, για μουσουλμανικά και μη μουσουλμανικά σχολεία, έθετε ο Γενικός Κανονισμός Εκπαίδευσης του 1869, ο Maarif-i Umumiye Nizamnamesi, τον οποίο η καθηγήτρια περιγράφει ως τον πρώτο νόμο οργάνωσης της οθωμανικής εκπαιδευτικής δομής. Τα άρθρα 3, 18, 33 και 42 θεμελίωναν το δικαίωμα των μη μουσουλμάνων να ανοίγουν και να χτίζουν σχολεία, με βασικό κριτήριο για ένα αυτοτελές κοινοτικό σχολείο τον μόνιμο πληθυσμό και τον αριθμό των νοικοκυριών.
Ειδικά για τα κορίτσια, τα άρθρα 27-33 προέβλεπαν σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για μουσουλμάνες ή χριστιανές, ανάλογα με τον πληθυσμό των μεγάλων πόλεων.
Σε μικτούς πληθυσμούς προβλέπονταν χωριστά σχολεία όταν τα νοικοκυριά ξεπερνούσαν τα 500. Το πρόγραμμα ήταν τετραετές και τα σχολεία θα ιδρύονταν πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα στα επαρχιακά διοικητικά κέντρα. Η πρόβλεψη αφορούσε όλες τις κοινότητες.
Οι όροι zükur και inas προσδιόριζαν αντίστοιχα τα αγόρια και τα κορίτσια. Η χωριστή εκπαίδευση ίσχυε και στα μουσουλμανικά σχολεία.
Η ελληνική ταυτότητα φαινόταν και από το δρόμο
Η καθηγήτρια διαβάζει στις προσόψεις των ελληνικών σχολείων και μια δημόσια δήλωση ταυτότητας. Στην πόλη συνυπήρχαν μουσουλμάνοι, μη μουσουλμάνοι και ξένοι εγκατεστημένοι λόγω του εμπορίου, με μια κοινή αρχιτεκτονική γλώσσα:
«Ο ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός είναι το κυρίαρχο αρχιτεκτονικό ύφος στα οθωμανικά δημόσια κτήρια της ύστερης περιόδου. Αυτή η κοινή γλώσσα είναι επίσης εμφανής στην αρχιτεκτονική των μη μουσουλμανικών και των ξένων κοινοτήτων».
Στο Φροντιστήριο και στο Μπόζτεπε διακρίνει ιδιαίτερα έντονες αναφορές στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη: «Κίονες με δωρικά, ιωνικά ή κορινθιακά κιονόκρανα στις εισόδους, μνημειακά τριγωνικά αετώματα και συμμετρικές όψεις παραπέμπουν άμεσα στο κλασικό παρελθόν».

Στην ερμηνεία της, οι επιλογές αυτές είχαν ιδεολογική διάσταση:
«Παραπέμποντας στις ιστορικές ρίζες της ελληνικής κοινότητας, αυτά τα αρχιτεκτονικά στοιχεία πιθανότατα λειτουργούσαν ως σύμβολα που ενίσχυαν το αίσθημα εθνικής ταυτότητας και ιδεολογικής ταύτισης. Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζεται στην Τραπεζούντα. Είναι εμφανής στην αρχιτεκτονική γλώσσα σχολικών κτηρίων που κατασκευάζονταν την ίδια περίοδο σε όλη την οθωμανική επικράτεια, συχνά σε άμεση αναλογία με την τοπική πληθυσμιακή πυκνότητα».
Την παρουσία των κοινοτήτων φανέρωνε και η θέση των σχολείων: μη μουσουλμανικά εκπαιδευτήρια βρίσκονταν σε κήπους και αυλές εκκλησιαστικών συγκροτημάτων ή κοντά σε ναούς, όπως στο Καλεντιμπί και στο Κιρετσχανέ. Ξένα σχολεία συνδέονταν με περιοχές προξενικών κτηρίων.
Η κατανομή αυτή ακολουθούσε την πληθυσμιακή πυκνότητα που προέβλεπε ο κανονισμός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το Τουζλού Τσεσμέ, η σημερινή Κεμέρκαγια, με τον πυκνό ελληνικό πληθυσμό του 19ου αιώνα.
Η Νουρτζάν Γιαζιτζί Μετίν εξετάζει συνολικά τα σχολικά κτήρια ως μέρος της αλλαγής της πόλης: «Ήταν εμβληματικά κτήρια της νεωτερικότητας. Χτισμένα εξ ολοκλήρου με τοιχοποιία, αποτελούσαν απτά μνημεία του εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης, μεταφέροντας στην πόλη το μήνυμα ότι η εκπαίδευση πλέον γινόταν σε ένα πειθαρχημένο, θεσμικό και σύγχρονο πλαίσιο».
Πόσα γνωρίζει η πόλη για την ιστορία τους;
Τα ελληνικά σχολεία παραμένουν ορατά στη σημερινή Τραπεζούντα. Πόσο γνωστή είναι η ιστορία της κοινότητας που τα δημιούργησε;
«Οι άνθρωποι της Τραπεζούντας γνωρίζουν καλά ότι πολλά από αυτά τα κτήρια έχουν απομείνει από τους Έλληνες και τα προσδιορίζουν με αυτόν τον τρόπο», απαντά η καθηγήτρια.
Η θέση της αφορά την αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής κάθε εποχής και έθνους: «Δεν πιστεύω ότι η οπτική καθορίζεται από χαρακτηρισμούς όπως βυζαντινό, οθωμανικό, ελληνικό ή αρμενικό· έχει περισσότερο να κάνει με το πώς οι κοινωνίες βλέπουν την αρχιτεκτονική ως προς τη λειτουργία της. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι θρησκευτικό ή ιδεολογικό ζήτημα – ή, αν υπάρχει μια τέτοια οπτική, είναι πολύ περιορισμένη».

Για τα σχολεία που εξακολουθούν να δέχονται μαθητές, η συνέχεια βρίσκεται στη χρήση τους: «Όλα συνεχίζουν να υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, την εκπαίδευση, για τους ανθρώπους της Τραπεζούντας, όπως ακριβώς συνέβαινε όταν ήταν ελληνικά σχολεία».
Εντούτοις, η γνώση αυτή δεν περιλαμβάνει πάντοτε τις λεπτομέρειες της ιστορίας των κτηρίων. Αντίστοιχα κενά εντοπίζει και για άλλες κοινότητες:
«Σήμερα, το τριώροφο λιθόκτιστο κτήριο στο άκρο της γέφυρας Ζάγνος, στο Ορταχισάρ, που χρησιμοποιείται από τη Διεύθυνση του Κρατικού Θεάτρου Τραπεζούντας, είναι το σχολικό κτήριο που είχε σχεδιαστεί για την εκπαίδευση των μουσουλμάνων κοριτσιών. Ταιριάζει ακριβώς με τα σχέδια του 1901 στα αρχειακά έγγραφα. Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοια περιγραφή του κτηρίου στις δημοσιεύσεις ή στη γνώση του κοινού».

Για την ίδια, ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας του λιμανιού αποτελεί πλούτο της πόλης.
Και υπενθυμίζει: «Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι οι άνθρωποι που σχεδίασαν αυτούς τους χώρους, ο Κακουλίδης και ο Φυλλίζης, είχαν γεννηθεί στην Τραπεζούντα και ήταν άνθρωποι της Τραπεζούντας».
Οι ελληνικές λέξεις της γιαγιάς και μια σοκολάτα
Στο τέλος, η συζήτηση επιστρέφει στις οικογενειακές μνήμες:
«Παρεμπιπτόντως, κι εγώ κατάγομαι από την Τραπεζούντα. Αυτό που μου έχει μείνει είναι οι ελληνικές λέξεις που ήξερε η γιαγιά μου, οι Έλληνες γείτονές της και οι ιστορίες που μας διηγούνταν όσο ζούσε. Όπως η ανάμνηση ενός Έλληνα στρατιώτη που της έδωσε μια σοκολάτα, η οποία ξεχώριζε ως η πιο αθώα και όμορφη στιγμή των παιδικών της χρόνων.
»Αυτές είναι οι μικρές ιστορίες που έχουν μείνει μαζί μου. Μαρτυρούν ότι όσα άφησαν πίσω οι Έλληνες σε αυτή την περιοχή των πολλαπλών ταυτοτήτων δεν είναι μόνο αρχιτεκτονική ή πέτρινα κτήρια, αλλά και ένα πλήθος αναμνήσεων».

















