Το φθινόπωρο του 1931, η ατμόσφαιρα στην Κύπρο ήταν τεταμένη. Η οικονομική ασφυξία που είχε προκαλέσει η παγκόσμια κρίση του 1929, σε συνδυασμό με τη δυσβάσταχτη φορολογία και την αδιαλλαξία των βρετανικών Αρχών, είχε φέρει τους κατοίκους στα όριά τους. Τα «Οκτωβριανά» που ξέσπασαν στις 18 Οκτωβρίου και διήρκεσαν έως τις 26 του ίδιου μήνα, δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας οργανωμένης στρατιωτικής συνωμοσίας, αλλά ξέσπασαν ως μια αυθόρμητη λαϊκή διαμαρτυρία, με βαθύ πόθο για απαλλαγή από την αποικιοκρατία και ένωση με την Ελλάδα.
Η αφορμή δόθηκε όταν ο Βρετανός Κυβερνήτης σερ Ρόναλντ Στορς αποφάσισε να επιβάλει νέους φόρους παρακάμπτοντας το Νομοθετικό Συμβούλιο. Η παραίτηση του Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά από το Συμβούλιο και ο πατριωτικός του λόγος στις 18 Οκτωβρίου λειτούργησαν ως σπινθήρας για τη λαϊκή συσπείρωση.

Το απόγευμα της 21ης Οκτωβρίου 1931, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στην Εμπορική Λέσχη Λευκωσίας. Μετά τις ομιλίες, οι διαδηλωτές ξεκίνησαν πορεία προς το Αγγλικό Κυβερνείο. Η διαμαρτυρία ήταν αρχικά ειρηνική, όμως η άρνηση του Κυβερνήτη να δεχθεί επιτροπή και η δυναμική παρουσία της Αστυνομίας ηλεκτρίζουν την ατμόσφαιρα. Η ένταση δεν άργησε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Περισσότερα από 5.000 άτομα βρέθηκαν έξω από το κτήριο. Οχήματα της Αστυνομίας παραδόθηκαν στις φλόγες, πέτρες άρχισαν να πέφτουν βροχή και, πριν περάσει η νύχτα, το ξύλινο Κυβερνείο τυλίχθηκε στις φλόγες και καταστράφηκε ολοσχερώς.
Η εξέγερση απλώθηκε αμέσως στις υπόλοιπες πόλεις και τα χωριά του νησιού.
Η απάντηση των Βρετανών ήταν αμείλικτη: οι δυνάμεις καταστολής άνοιξαν πυρ, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 15 διαδηλωτές σε ολόκληρη την Κύπρο και να τραυματιστούν δεκάδες άλλοι.
Λέγεται ότι εκείνο που εξόργισε ακόμα περισσότεροι τις βρετανικές δυνάμεις ήταν ότι κάποιοι διαδηλωτές σκαρφάλωσαν στον ιστό, υπέστειλαν τη βρετανική σημαία και ύψωσαν την ελληνική γαλανόλευκη καταχειροκροτούμενοι από το πλήθος.
Ο πρώτος νεκρός της εξέγερσης
Το πρώτο θύμα των βρετανικών πυρών έξω από το Κυβερνείο ήταν ο 17χρονος μαθητής Ονούφριος Κληρίδης, από τον Άγιο Θεόδωρο Αγρού. Η απώλειά του συγκλόνισε το νησί, ενώ τη σπαρακτική του κηδεία παρακολούθησαν χιλιάδες πολίτες.

Ανάμεσα στις λαϊκές αφηγήσεις που σώθηκαν από την εποχή εκείνη, ξεχωρίζει η ιστορία του Σάββα Καρακούσιη από την Έγκωμη. Μπαίνοντας στο Κυβερνείο πριν καταστραφεί, κάθισε για λίγα λεπτά στην καρέκλα του Κυβερνήτη, φωνάζοντας χαριτολογώντας προς τους συμπατριώτες του ότι έγινε Κυβερνήτης. Για τη συμμετοχή του στα γεγονότα καταδικάστηκε στη συνέχεια από το αποικιακό δικαστήριο σε πολυετή φυλάκιση.
Η «Παλμεροκρατία» και η παρακαταθήκη
Η καταστολή της εξέγερσης έφερε ένα από τα πιο σκληρά αυταρχικά καθεστώτα στην ιστορία της Κύπρου. Ο νέος Κυβερνήτης, σερ Χέρμπερτ Πάλμερ επέβαλε μια περίοδο σιδηράς πυγμής που έμεινε γνωστή ως «Παλμεροκρατία».
Το Νομοθετικό Συμβούλιο καταργήθηκε, η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας απαγορεύτηκε, η διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας στα σχολεία λογοκρίθηκε και εξέχουσες προσωπικότητες –ανάμεσά τους ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος και ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος– εξορίστηκαν.
Παρά την καταπίεση, τα Οκτωβριανά του 1931 χάραξαν ανεξίτηλα τη συλλογική μνήμη του Κυπριακού Ελληνισμού, αποτελώντας τον προάγγελο του απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959.


















