Μερικές οικογενειακές ιστορίες περνούν από γενιά σε γενιά σαν πολύτιμη παρακαταθήκη. Δεν είναι γραμμένες σε βιβλία ούτε καταγράφονται σε επίσημα αρχεία. Επιβιώνουν μέσα από τις αφηγήσεις των παππούδων, από μια παλιά φωτογραφία, από ένα επίθετο που άλλαξε στην ξενιτιά ή από την ελπίδα ότι κάποτε οι χαμένοι συγγενείς θα βρεθούν ξανά.
Μια τέτοια ιστορία κουβαλά εδώ και δεκαετίες η οικογένεια του Γεώργιου Καπολωνάρη, ο οποίος σήμερα απευθύνει δημόσια έκκληση προς τον ελληνισμό της Αμερικής, αναζητώντας τους απογόνους ενός ανθρώπου που χάθηκε μέσα στις δραματικές στιγμές της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Ο αποχωρισμός που δεν ξεχάστηκε ποτέ
Η ιστορία ξεκινά το 1922. Ο παππούς του, Γεώργιος Καπλούναρης –το οικογενειακό επίθετο αργότερα εξελίχθηκε σε Καπολωνάρης– καταγόταν από το Ντενιζλί της Μικράς Ασίας. Η σύζυγός του, Μερσίνα Τσακιρογιάννη, είχε γεννηθεί στη Μάκρη.
Μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, ο Γεώργιος βρέθηκε στο ίδιο πλοίο της προσφυγιάς μαζί με την αδελφή του, Αθηνά, και ακόμη έναν αδελφό τους, του οποίου ακόμη και το μικρό όνομα χάθηκε με το πέρασμα των χρόνων. Όταν όμως το πλοίο έφτασε στον Πειραιά, χιλιάδες πρόσφυγες προσπαθούσαν ταυτόχρονα να αποβιβαστούν, να εντοπίσουν συγγενείς και να εξασφαλίσουν μια θέση για να ξεκινήσουν ξανά τη ζωή τους. Μέσα σε αυτό το χάος τα τρία αδέλφια χωρίστηκαν. Ο Γεώργιος και η Αθηνά κατάφεραν να παραμείνουν μαζί. Ο τρίτος αδελφός εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.
Η νέα ζωή στη Μακεδονία
Τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν τελικά στη Ρεντίνα Θεσσαλονίκης, όπου ο Γεώργιος δημιούργησε από την αρχή τη ζωή του. Άνοιξε τον μοναδικό φούρνο του χωριού, ο οποίος για πολλά χρόνια εξυπηρετούσε τους κατοίκους της περιοχής και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Ρεντίνα. Η οικογενειακή ευτυχία, ωστόσο, δεν κράτησε πολύ. Το 1937 τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του πέθαναν σε νεαρή ηλικία, αφήνοντας ορφανό τον μικρό τους γιο, Χαράλαμπο Καπολωνάρη, ο οποίος μεγάλωσε έχοντας πάντα μέσα του την ιστορία του χαμένου θείου που δεν γνώρισε ποτέ.
Η παράδοση μιλούσε για την Αμερική
Παρότι δεν υπήρξε ποτέ επίσημη επιβεβαίωση, στην οικογένεια διατηρήθηκε ζωντανή η πεποίθηση ότι ο χαμένος αδελφός δεν είχε χαθεί στη διαδρομή της προσφυγιάς. Οι μεγαλύτεροι πίστευαν πως κατάφερε να επιβιβαστεί σε άλλο πλοίο με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εγκαταστάθηκε, δημιούργησε οικογένεια και απέκτησε απογόνους. Η αφήγηση αυτή πέρασε από γενιά σε γενιά, χωρίς όμως να υπάρξει ποτέ κάποιο στοιχείο που να την επιβεβαιώνει. Η ιστορία πήρε νέα τροπή σχεδόν έναν αιώνα αργότερα.
Γύρω στο 2020 ή το 2021, ένας άνδρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες επισκέφθηκε το Δημαρχείο του δήμου Βόλβης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Γεώργιος Καπολωνάρης, ο επισκέπτης προσπαθούσε να εντοπίσει τους απογόνους του ανθρώπου που διατηρούσε παλαιότερα τον φούρνο της Ρεντίνας. Οι υπάλληλοι δεν γνώριζαν την οικογενειακή ιστορία και δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν. Ο άγνωστος άνδρας έφυγε χωρίς να βρει τους συγγενείς που αναζητούσε. Για τον Γεώργιο Καπολωνάρη, όμως, η σύμπτωση είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί διαφορετικά. Όπως σημειώνει, εκείνη την εποχή υπήρχε μόνο ένας φούρνος στο χωριό και ανήκε αποκλειστικά στον παππού του.

Δημόσια έκκληση προς την ομογένεια
Με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η αναζήτηση θα έχει διαφορετική κατάληξη, ο Γεώργιος Καπολωνάρης απευθύνει δημόσια έκκληση σε κάθε Έλληνα της διασποράς που ίσως αναγνωρίζει αυτή την οικογενειακή ιστορία. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το επώνυμο, καθώς θεωρεί πιθανό να αλλοιώθηκε κατά την άφιξη του πρόσφυγα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιθανές μορφές του είναι Kaplounaris, Kapolonaris, Kapelonaris, Kaplan, Kaplon, Caplan, ακόμη και Kapas.
Η αναζήτηση αφορά οποιονδήποτε γνωρίζει ότι στην οικογένειά του υπήρχε πρόγονος από το Ντενιζλί της Μικράς Ασίας, ο οποίος χάθηκε από τα αδέλφια του στον Πειραιά το 1922 ή είχε επισκεφθεί πριν από λίγα χρόνια τη Ρεντίνα αναζητώντας συγγενείς.
Ένα οικογενειακό παζλ που περιμένει να ολοκληρωθεί
Περισσότερα από εκατό χρόνια έχουν περάσει από τον ξεριζωμό της οικογένειας. Ίσως κάπου στις Ηνωμένες Πολιτείες να υπάρχει ακόμη μια οικογενειακή φωτογραφία, ένα παλιό έγγραφο, μια αφήγηση ενός παππού ή μια διαφορετική γραφή του επωνύμου που θα μπορούσε να ενώσει ξανά τους δύο «κρίκους» της ίδιας οικογένειας. Για τον Γεώργιο Καπολωνάρη, ακόμη και η πιο μικρή πληροφορία μπορεί να αποδειχθεί αρκετή ώστε μια ιστορία που έμεινε ανοιχτή από το 1922 να αποκτήσει, έπειτα από έναν ολόκληρο αιώνα, τη συνέχεια που ποτέ δεν είχε.
















