Το casus belli που εξακολουθεί να διατηρεί η Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα έφερε ξανά στο προσκήνιο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λίγες ώρες μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ της άρσης των κυρώσεων CAATSA και της επαναπροσέγγισης με την Άγκυρα.
Προσερχόμενος στην 36η Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, που πραγματοποιείται στην Άγκυρα, ο πρωθυπουργός απέφυγε να σχολιάσει ευθέως όσα δήλωσαν ο Αμερικανός πρόεδρος και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τα F-35, ωστόσο έστειλε σαφές μήνυμα προς τους συμμάχους, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις εντός της Συμμαχίας δεν μπορούν να αγνοούν τις ανησυχίες των κρατών-μελών.
«Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι μία συμμαχία πρέπει να βασίζεται στις θεμελιώδεις αρχές της καλής γειτονίας. Η χώρα μου αντιμετωπίζει μία διαρκή απειλή πολέμου από την Τουρκία. Θα πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε σε ετοιμότητα και νομίζω ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ευαισθησία όλων των συμμάχων. Είμαι βέβαιος ότι τα ζητήματα αυτά μπορούν να λυθούν σε πνεύμα συνεργασίας και καλής γειτονίας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η αναφορά του πρωθυπουργού στη «διαρκή απειλή πολέμου» αποτελεί ευθεία υπενθύμιση του casus belli που έχει ψηφίσει η τουρκική Εθνοσυνέλευση από το 1995, σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ελλάδα παραμένει υπέρ της βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. «Πάντοτε ήμουν θερμός υποστηρικτής της βελτίωσης των σχέσεων των δύο χωρών μας», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι ο διάλογος πρέπει να στηρίζεται στις αρχές της καλής γειτονίας.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στις εργασίες της Συνόδου, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά της.
«Ο πρόεδρος Τραμπ, ήδη από την πρώτη του θητεία, είχε θέσει προς τους Ευρωπαίους συμμάχους το ζήτημα της ανάληψης μεγαλύτερου μέρους των αμυντικών δαπανών. Εμείς ήμασταν πάντοτε υπέρ της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, όχι ως ανταγωνιστή του ΝΑΤΟ, αλλά ως ενός ισχυρού ευρωπαϊκού πυλώνα που θα ενισχύει τη Συμμαχία», σημείωσε.
Όπως είπε, η Ελλάδα ήδη διαθέτει περίπου 3,5% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες και υλοποιεί πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, έχοντας εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της έναντι του ΝΑΤΟ.
Αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εξέφρασε την ελπίδα να διατηρηθεί η εκεχειρία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, τονίζοντας ότι μια νέα ανάφλεξη θα είχε συνέπειες όχι μόνο για την περιφερειακή ασφάλεια αλλά και για την παγκόσμια οικονομία.
«Ευελπιστούμε ότι δεν θα έχουμε μία νέα ένταση στην περιοχή», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι η σταθερότητα είναι κρίσιμη και για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του αυξημένου κόστους διαβίωσης.
















