Υπάρχουν στιγμές που ξεπερνούν τα όρια μιας επετειακής εκδήλωσης και αποκτούν έναν βαθύτερο συμβολισμό. Η φετινή εκδήλωση για τη Γενοκτονία των Ποντίων στην Αίθουσα της Γερουσίας της Βουλής, με υπότιτλο «Μνήμη, στρατηγική και διεθνοποίηση της ιστορικής ευθύνης», ανήκε σε αυτή την κατηγορία. Και αυτό γιατί, για πρώτη φορά από το 1994 –όταν η ελληνική Βουλή αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων– η Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος (ΠΟΕ) διοργάνωσε δική της εκδήλωση εντός του ελληνικού Κοινοβουλίου.
Για τους ανθρώπους της Ομοσπονδίας, η μέρα αντιμετωπίστηκε ως κάτι πολύ περισσότερο από μία εκδήλωση μνήμης. Αποτέλεσε, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, μια δικαίωση ενός διαχρονικού αιτήματος και μια συμβολική νίκη, 32 χρόνια μετά την αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα της Γερουσίας, παρουσία πολιτικών προσώπων, εκπροσώπων κοινοτήτων και φορέων, ανθρώπων του ποντιακού ελληνισμού αλλά και εκπροσώπων της πολιτείας και της διπλωματικής κοινότητας.
Η 19η Μαΐου, Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, σηματοδοτεί φέτος 107 χρόνια από την έναρξη της πιο σκληρής φάσης της, μετά την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα.





Κινητήρια δύναμη για αυτή την ιστορική ημέρα ο Νικήτας Κακλαμάνης, ο οποίος έδωσε και… είδηση, λέγοντας ότι η Αργεντινή εξετάζει την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Ο Πρόεδρος της Βουλής επέλεξε να ξεκινήσει με το στίχο του Γιώργου Σεφέρη «η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή», από τον «Τελευταίο σταθμό». Μίλησε για μια «διεστραμμένη σύλληψη» που στόχευε στον αφανισμό των χριστιανικών πληθυσμών, παραπέμποντας στη λογική ότι «τα άγρια χόρτα, δηλαδή οι χριστιανοί, πρέπει να ξεριζωθούν».
Παράλληλα, στάθηκε στον αγώνα για τη διεθνή αναγνώριση, επισημαίνοντας ότι, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων, εξακολουθεί να τηρεί –όπως είπε– «μια παράξενη σιωπή» για τη Γενοκτονία των Ποντίων, αποφεύγοντας να ασκήσει πίεση προς την Τουρκία.

Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο πρόεδρος της ΠΟΕ Γιώργος Βαρυθυμιάδης. Ξεκίνησε την ομιλία του με αναφορά στον Μιχάλη Χαραλαμπίδη και τον Απόστολο Κακλαμάνη, πρόσωπα που συνδέθηκαν με κομβικές στιγμές στη διαδρομή του αγώνα για την αναγνώριση.
«Οι Έλληνες Πόντιοι μόνο αγνώμονες δεν είναι· θυμούνται και τα καλά και τα κακά», σημείωσε χαρακτηριστικά, δίνοντας έμφαση στη σημασία της ιστορικής μνήμης αλλά και της αναγνώρισης της προσφοράς όσων στάθηκαν δίπλα στον αγώνα. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ασσυρίων, ενώ άσκησε κριτική για την απουσία ουσιαστικής συζήτησης γύρω από τη διεθνή αναγνώριση, υποστηρίζοντας ότι συχνά προβάλλονται «εθνικοί λόγοι» που λειτουργούν ανασταλτικά.
Ιδιαίτερη στιγμή αποτέλεσε η παρουσία και η βράβευση του Απόστολου Κακλαμάνη, ο οποίος το 1994, όταν η Βουλή αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων, βρισκόταν στη θέση του προέδρου του Σώματος. Εμφανώς συγκινημένος, ζήτησε συγγνώμη για τη μη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ασσυρίων, ενώ δεν παρέλειψε να καταδείξει το ρόλο της Γερμανίας, κερδίζοντας το θερμό χειροκρότημα.

Το μήνυμα της κοινής ιστορικής μνήμης και της διεκδίκησης της ιστορικής αλήθειας ενισχύθηκε και από την παρουσία εκπροσώπων ιστορικών κοινοτήτων.
Χαιρετισμούς απηύθυναν ο πρόεδρος της Εθνικής Αρμενικής Επιτροπής Χαρούτ Σπαρταλιάν, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ασσυρίων Κυριάκος Μπατσάρας, ο γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας Κοσμάς Χατόγλου, καθώς και ο κυβερνήτης της AHEPA HELLAS Νίκος Δημητρόπουλος.
Η πρόσκληση στους πολιτικούς αρχηγούς και οι απαντήσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η πρωτοβουλία της ΠΟΕ να αποστείλει επιστολές προς όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, καλώντας τους να παραστούν και να τοποθετηθούν δημόσια για το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ποντίων αλλά και για τη θέση που θα έπρεπε να καταλαμβάνει στη σύγχρονη ελληνική εξωτερική πολιτική.
Το λόγο πήρε ο Δημήτρης Κουτσούμπας, ο οποίος χαρακτήρισε τη Γενοκτονία κρίκο «στην αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών». Τόνισε ότι το ΚΚΕ αισθάνεται περήφανο γιατί –όπως είπε– στάθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό των Πόντιων προσφύγων, αντιτάχθηκε στο ρατσισμό και στήριξε την ένταξή τους στο εργατικό κίνημα. Παράλληλα, επανέλαβε τη στήριξη του κόμματος στο αίτημα της επίσημης διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας, σημειώνοντας ότι παραμένει ανεκπλήρωτο, ενώ άσκησε κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζοντας ότι εμφανίζεται πρόθυμη να εγκρίνει αποζημιώσεις για την Ουκρανία, αλλά δηλώνει αναρμόδια για το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων.
Αναφορά έκανε επίσης στους χιλιάδες ομογενείς από την πρώην ΕΣΣΔ, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα αποκατάστασης.


Από την προσωπική του εμπειρία ως εκπαιδευτικός ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ Δημήτρης Νατσιός, θυμίζοντας ότι το 2006, όταν υπηρετούσε ως δάσκαλος στο Κιλκίς, έφτασε στα σχολεία το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και η αναφορά στον περιβόητο «συνωστισμό» στο λιμάνι της Σμύρνης προκάλεσε έντονο προβληματισμό. Όπως ανέφερε, εκείνη η στιγμή λειτούργησε ως αφορμή για βαθύτερο προβληματισμό γύρω από τον τρόπο που διδάσκεται η ιστορική μνήμη.
«Η μνήμη είναι το πιο ισχυρό αμυντήριο ενός έθνους», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι τα παιδιά πρέπει να γνωρίζουν την ιστορία των καπετάνιων, των ιεραρχών και των εθνομαρτύρων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διασώθηκε ο ελληνισμός του Πόντου. Μάλιστα, θυμήθηκε πως πολλοί μαθητές του εκείνη την εποχή δεν γνώριζαν καν τι σημαίνει η λέξη «Πόντιος».
«Δεν μιλάμε για νεκρή μνήμη, αλλά για ζώσα και κραυγάζουσα αλήθεια»
Ο κεντρικός ομιλητής, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, χαρακτήρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων «ένα από τα σκοτεινότερα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνισμού», κάνοντας λόγο για μια μαζική, οργανωμένη δολοφονία και έναν βίαιο ξεριζωμό που, όπως τόνισε, δεν υπήρξε αποτέλεσμα συγκυριών, αλλά μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου που είχε ξεκινήσει ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην ομιλία του συνέδεσε ιστορικά τα γεγονότα με προηγούμενες πρακτικές εξόντωσης πληθυσμών, αναφέροντας ότι η «απεχθής παράδοση των γενοκτονιών» είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της με τις σφαγές δεκάδων χιλιάδων κατοίκων στη Ναμίμπια, ενώ υπενθύμισε και την –ιστορικά καταγεγραμμένη, όπως είπε– παρουσία και εμπλοκή αξιωματικών της Γερμανίας του Κάιζερ στις οθωμανικές δυνάμεις.
Μάλιστα, σημείωσε ότι η σύγχρονη Γερμανία έχει προχωρήσει στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων και έχει εκφράσει, έστω εκ των υστέρων, συγγνώμη, όχι όμως και για τη Γενοκτονία των Ποντίων.
Ο Νίκος Δένδιας υπογράμμισε ακόμη ότι στα χέρια των Νεότουρκων δεν υπήρχε ένα θετικό εθνικό αφήγημα, αλλά «ένα σκοτεινό αφήγημα εθνοκάθαρσης», επιμένοντας ότι τα ιστορικά τεκμήρια είναι αδιαμφισβήτητα: «Υπάρχουν στοιχεία, υπάρχουν ονόματα, υπάρχουν μαρτυρίες Ελλήνων, ξένων αλλά ακόμη και Τούρκων».
Όπως ανέφερε, η αναγνώριση αποτελεί πράξη σεβασμού προς τους νεκρούς αλλά και πράξη αλήθειας, υπενθυμίζοντας τη σημασία της ίδιας της λέξης: «Αλήθεια στα ελληνικά είναι η άρνηση της λήθης». Παράλληλα, απάντησε στις φωνές που θεωρούν ότι τέτοια ζητήματα ανήκουν αποκλειστικά στους ιστορικούς, σχολιάζοντας ότι η Ιστορία δεν είναι ένα ζήτημα «εργαστηρίου», αποκομμένο από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες.
«Δεν μιλάμε για νεκρή μνήμη, αλλά για ζώσα και κραυγάζουσα αλήθεια», σημείωσε χαρακτηριστικά, για να καταλήξει πως η αναγνώριση μιας Γενοκτονίας δεν αποτελεί ζήτημα εσωτερικού δικαίου ενός κράτους, αλλά θέμα ιστορικής ευθύνης και λογοδοσίας απέναντι στο σύνολο της ανθρωπότητας – μια αρχή που, όπως επισήμανε, αναδείχθηκε ήδη από τη Δίκη της Νυρεμβέργης.



Στην ιστορική αυτή εκδήλωση παρόντες ήταν επίσης οι πρέσβεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αργεντινής, καθώς και –για πρώτη φορά– εκπρόσωπος του Τμήματος Πολιτισμού και Δημοσίων Σχέσεων της πρεσβείας του Καναδά.
Στη λίστα των περίπου 140 προσκεκλημένων περιλαμβάνονταν βουλευτές, εκπρόσωποι ποντιακών σωματείων και προσωπικότητες από τον δημόσιο χώρο, ανάμεσά τους οι Σάββας Καλεντερίδης, Χάρης Πασβαντίδης, Σοφία Σαββίδου, Κυριάκος Τιλγκερίδης, Παύλος Χρηστίδης, Σοφία Βούλτεψη, Νίνα Κασιμάτη, Πάρις Κουκουλόπουλος, Ευάγγελος Αποστολάκης και Νίκος Χαρδαλιάς.
















