Σε επίπεδα αντίστοιχα με πέρσι κινήθηκε η πασχαλινή αγορά του 2026, με τον συνολικό τζίρο να διαμορφώνεται περίπου στα 1,5 δισ. ευρώ για το διάστημα των 7-10 ημερών, παρά τις έντονες πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενική σταθερότητα, κρύβεται μια διαφορετική εικόνα: οι καταναλωτές ξόδεψαν περίπου τα ίδια χρήματα, αλλά αγόρασαν λιγότερα προϊόντα, καθώς η κατανάλωση σε όγκο εκτιμάται ότι υποχώρησε κατά 2% έως 5%.
Η συγκράτηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην άνοδο των τιμών, που «κράτησε» τον τζίρο χωρίς να ενισχύσει την πραγματική αγοραστική δύναμη.
Καθοριστικό ρόλο στην κίνηση της αγοράς έπαιξε και φέτος το δώρο Πάσχα, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, το οποίο λειτούργησε ως βασικός μοχλός κατανάλωσης, διατηρώντας τη δυναμική της περιόδου, αν και με πιο συγκρατημένα χαρακτηριστικά σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
Η φετινή αγορά χαρακτηρίστηκε από έντονη σύγκριση τιμών και αναζήτηση προσφορών, με τους καταναλωτές να εμφανίζονται πιο ενημερωμένοι και ευέλικτοι στις επιλογές τους. Μεγάλο μέρος στράφηκε σε οικονομικότερες λύσεις, είτε επιλέγοντας προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας είτε αλλάζοντας κατάστημα, ακόμη και για βασικές αγορές.
Ιδιαιτέρως ενισχυμένη ήταν η θέση:
• των σουπερμάρκετ και των μεγάλων αλυσίδων, λόγω καλύτερης συγκράτησης τιμών.
• των εκπτωτικών καταστημάτων, που προσέλκυσαν ευρύτερο κοινό.
Την ίδια ώρα, τα παραδοσιακά καταστήματα –κρεοπωλεία, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία και μανάβικα– κινήθηκαν μεν, αλλά σε υψηλότερα επίπεδα τιμών, δίνοντας έμφαση στην ποιότητα.
Έντονη ήταν και η τάση των πρόωρων αγορών, καθώς πολλοί καταναλωτές έσπευσαν να προμηθευτούν βασικά προϊόντα πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα, υπό τον φόβο νέων ανατιμήσεων. Από την άλλη, όσοι επέλεξαν αγορές της τελευταίας στιγμής ευνοήθηκαν από μειώσεις τιμών το Μεγάλο Σάββατο, κυρίως σε προϊόντα όπως το κρέας.
Η εικόνα της αγοράς παρέμεινε «δύο ταχυτήτων», με διαφοροποιήσεις και ανά κατηγορία δαπανών:

Παράλληλα, καταγράφηκε μείωση στις ποσότητες ανά οικογένεια, αλλά και μικρές αλλαγές στις διατροφικές επιλογές.
Ο πληθωρισμός εξακολούθησε να επηρεάζει καθοριστικά τη συμπεριφορά των καταναλωτών, με τις τιμές να εμφανίζονται αυξημένες:
• έως 12% στο αρνί,
• περίπου 10% στα οπωροκηπευτικά,
• 5%-8% στα υπόλοιπα είδη του πασχαλινού τραπεζιού.
Σύμφωνα με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, η φετινή πασχαλινή αγορά αποτυπώνει μια μεταβατική φάση για το λιανεμπόριο, με τις επιχειρήσεις να ισορροπούν ανάμεσα σε τιμές και ποιότητα, ενώ 8 στους 10 καταναλωτές κινήθηκαν σαφώς πιο συγκρατημένα.
















