Με το πρόσχημα του «υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ» ή του «λογιστή» τηλεφωνούσαν σε ανυποψίαστους πολίτες και τους έπειθαν να αφήνουν χρήματα και τιμαλφή σε σημεία κοντά στα σπίτια τους. Έτσι δρούσε εγκληματική οργάνωση που εξαρθρώθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Για τον τερματισμό της δράσης της πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι της Τρίτης ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση στο Ζεφύρι Αττικής, από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με τη συνδρομή επιχειρησιακών ομάδων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης εντοπίστηκε το «τηλεφωνικό κέντρο» της οργάνωσης, ενώ συνελήφθησαν έξι μέλη της, μεταξύ των οποίων ο αρχηγός και ο συντονιστής των επιχειρησιακών ομάδων.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για απάτες –τετελεσμένες και σε απόπειρα– κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Η δομή της εγκληματικής οργάνωσης
Όπως έγινε γνωστό από την αστυνομία, η σπείρα είχε συγκεκριμένη δομή και διακριτούς ρόλους, ενώ η δράση της ξεκίνησε τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025.
Η εγκληματική οργάνωση αποτελούνταν από Ρομά και λειτουργούσε με τρία βασικά επίπεδα:
• τον «διευθυντή», δηλαδή το αρχηγικό μέλος,
• το «τηλεφωνικό κέντρο», και
• τις «επιχειρησιακές ομάδες».
Πώς έστηναν την απάτη
Σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, τα μέλη της οργάνωσης αναζητούσαν τυχαία ονοματεπώνυμα πολιτών μέσω τηλεφωνικών καταλόγων και πραγματοποιούσαν καθημερινά δεκάδες τηλεφωνικές κλήσεις.
Κατά τη διάρκεια των κλήσεων παρουσίαζαν ψευδή γεγονότα ως αληθινά, με στόχο να εξαπατήσουν τα θύματά τους και να αποκομίσουν παράνομα οικονομικά οφέλη.
Οι «τηλεφωνητές» ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών, καθώς και για τον εντοπισμό των υποψήφιων θυμάτων.
Στη συνέχεια καλούσαν τα θύματα και παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές. Με διάφορα προσχήματα –όπως διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, εκκρεμότητες με την εφορία ή ανάγκη ασφάλισης χρημάτων και τιμαλφών–, τους έπειθαν να συγκεντρώσουν μετρητά και κοσμήματα και να τα αφήσουν σε σημείο με ελεύθερη πρόσβαση μέσα ή έξω από την κατοικία τους.
Ο ρόλος των «εισπρακτόρων»
Αμέσως μετά αναλάμβαναν δράση οι επιχειρησιακές ομάδες, οι οποίες είχαν τον ρόλο του «εισπράκτορα» χρηματικών ποσών και τιμαλφών.
Τα μέλη αυτά της οργάνωσης, χρησιμοποιώντας κυρίως ενοικιαζόμενα οχήματα, μετέβαιναν στα σπίτια των θυμάτων και παραλάμβαναν τα χρήματα, τα κοσμήματα ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα, με τη δικαιολογία της καταμέτρησης ή της εκτίμησής τους.
Κεντρικό ρόλο στη δράση της οργάνωσης είχε το αρχηγικό μέλος, το οποίο λειτουργούσε ως «διευθυντής». Αυτό επόπτευε τους τηλεφωνητές και, μαζί με τον συντονιστή, καθοδηγούσε τις επιχειρησιακές ομάδες ώστε να μεταβούν άμεσα στη διεύθυνση του θύματος για να παραλάβουν τα χρήματα και τα τιμαλφή.
Μέτρα για να αποφεύγουν τον εντοπισμό
Όπως επισημαίνεται από την Αστυνομία, τα μέλη της οργάνωσης λάμβαναν μέτρα για να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους.
Μετακινούσαν συχνά την εγκατάσταση του «τηλεφωνικού κέντρου», ενώ άλλαζαν συνεχώς τηλεφωνικές συνδέσεις και αριθμούς.
Επιπλέον, στους χώρους όπου λειτουργούσαν τα τηλεφωνικά κέντρα είχαν τοποθετήσει κάγκελα ασφαλείας και εγκαταστήσει συστήματα παρακολούθησης, ώστε να αντιλαμβάνονται εγκαίρως πιθανή παρουσία των αστυνομικών.
Μέχρι στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 40 περιπτώσεις απάτης, με το παράνομο οικονομικό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της οργάνωσης να ξεπερνά τις 280.000 ευρώ.
















