Στην καρδιά του Πόντου, ανάμεσα στη Σεβάστεια (πριν από το 1922, Τοκάτη σήμερα) και τα Κοτύωρα, σε υψόμετρο που ξεπερνούσε τα 1.500 μέτρα, βρισκόταν η Γιάτζιουλου ή Γιατσουλού (τουρκικά: Yaycili). Ένα αμιγώς ελληνικό χωριό που, παρά την απομόνωσή του στην ορεινή ενδοχώρα της επαρχίας Ρεσαδιέ (περιοχή Μελανθίας), κατάφερε να κερδίσει μια θέση στην Ιστορία, προβάλλοντας ηρωική αντίσταση στις δυνάμεις των Νεότουρκων.
Η τοπική παράδοση και η μαρτυρία του Αριστείδη Πουρσανίδη θέλουν το χωριό να ιδρύθηκε γύρω στο 1550 ως τσιφλίκι μπέηδων. Αργότερα εποικίστηκε από Έλληνες προερχόμενους από την Προύσα, την Τοκάτη, την Αργυρούπολη και την Αμισό. Μια άλλη εκδοχή τοποθετεί την εγκατάσταση των αρχικών οικιστών στα μέσα του 19ου αιώνα, από τις παρηκμασμένες μεταλλοφόρους περιοχές της Αργυρούπολης του Πόντου.
Η ετυμολογία του ονόματος «Γιάτζιουλου» (από το τουρκικό yazici [γραφεύς] ή yazili [το γραμμένο]) μαρτυρούσε μια κοινότητα ανθρώπων που αγαπούσαν τα γράμματα. Δεν είναι τυχαίο ότι το χωριό διέθετε εξατάξιο δημοτικό σχολείο και οι κάτοικοί του θεωρούνταν οι «μορφωμένοι» της περιοχής.
Οι περίπου 140 οικογένειες (περίπου 480 έως 600 κάτοικοι) ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία στους απέραντους βοσκότοπους, τη μικρή γεωργία (για να καλύπτονται οι ανάγκες της οικογένειας) και τη χαλκουργία. Διατηρούσαν στενούς δεσμούς με το περίφημο Σελεμέν Παζάρ, τη μεγάλη εβδομαδιαία αγορά της περιοχής, ενώ πολλοί είχαν και δεύτερο σπίτι στη Ρεσαδιέ (Ρεσατιέ) για τους δύσκολους χειμερινούς μήνες.
Παρά την τεράστια απόσταση από την Ελλάδα, οι Γιατζιουλήδες συμμετείχαν με τον τρόπο τους στα σχέδια για την Ελληνική Επανάσταση.
Το 1821, συγκέντρωναν λίρες τις οποίες έστελναν μέσω μιας επαναστατικής επιτροπής στους Αγίους Τόπους, ενισχύοντας οικονομικά τον αγώνα για την ελευθερία.
Το Αντάρτικο και η σύγκρουση με τον Τοπάλ Οσμάν
Η ειρηνική συμβίωση με τους μουσουλμάνους γείτονες ανατράπηκε μετά το 1908. Στα ταραγμένα χρόνια των διωγμών, η Γιάτζιουλου έγινε το μοναδικό χωριό στη Μελανθία που οργάνωσε αξιόλογο αντάρτικο κίνημα για αυτοάμυνα.
Τον Ιούνιο του 1921, οι 120 καλά οχυρωμένοι ένοπλοι της Γιάτζιουλου αντιμετώπισαν επιτυχώς τον αρχισυμμορίτη Τοπάλ Οσμάν κατά την πορεία του προς τον Σαγγάριο, σώζοντας το χωριό από το ολοκαύτωμα που υπέστησαν γειτονικοί οικισμοί.
Εμβληματικές μορφές του αγώνα αναδείχθηκαν ο οπλαρχηγός Ντελή Παντούκ (Παναγιώτης Παρασκευαΐδης), ο γιος του Γεώργιος, καθώς και ο Ιάκωβος (Γιακώβ) Πουρσανίδης, που έδρασε στις ομάδες του Καπετάν Γοτσά-Αναστάς.
Η τραγωδία ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 1922. Πολλοί κάτοικοι χάθηκαν στα «τάγματα εργασίας» (αμελέ ταπουρού), ενώ κατά τη διάρκεια του εκπατρισμού δεκάδες υπέκυψαν στον εξανθηματικό τύφο και τις κακουχίες, τόσο στο στρατόπεδο Σελιμιέ στο Σκούταρι όσο και στο λοιμοκαθαρτήριο της Μακρονήσου.
Οι επιζώντες εγκαταστάθηκαν αρχικά στον Ακρίτα (Βλαντάγια) Κιλκίς και στη συνέχεια στο Παρόχθιο Κιλκίς (συνοικισμοί Λαγκαδοχώρι και Κεφαλοχώρι), στην Επτάλοφο Κιλκίς και σε χωριά της Καστοριάς, όπως η Βασιλειάδα και το Άργος Ορεστικό.
Σήμερα, το χωριό δεν υπάρχει πια. Εκθεμελιώθηκε πλήρως και οι πέτρες των σπιτιών και της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή χρησιμοποιήθηκαν ως δομικά υλικά για τους γύρω οικισμούς.
Μόνο οι μνήμες των απογόνων και τα επώνυμα που κρατάνε από την πατρίδα (Αμανατίδης, Παρασκευαΐδης, Πουρσανίδης, Μαστορίδης, Τοκατλίδης, Καλαϊτζίδης, Καζαντζίδης, Διονυσιάδης, Λαζαρίδης) θυμίζουν το πνιγμένο στο πράσινο χωριό του Πόντου.
















