Ο Κώστας, ο Τάκης, ο Θέμης – με όποια σειρά κι αν μπουν τα τρία ονόματα, το μεγαλείο παραμένει το ίδιο. Κι από πάνω τους οι σκιές του Φίλωνα, του Ηλία, του Μιλτιάδη και τόσων άλλων, να τους φωτίζουν και να τους ποτίζουν – να βγάζουν οι λέξεις ρίζες και κλαδιά, και καρπούς σαν του ροδάφ’νου.
Σαν του ροδάφ’νου της Παρθένας, που μπορεί να μην έφτασε στα χέρια της «γιατί τα δέντρα και οι ζωές δεν περνούν απέναντι», άρκεσαν όμως δυο φυλλαράκια για να σκουντουλίσει ο τόπος πατρίδα!
Ο Τάκης, ο Θέμης, ο Κώστας. Τρεις σπουδαίοι Πόντιοι της τέχνης – ο καθένας στο είδος του κι όλοι αντάμα στη σκηνή του «Από μηχανής» Θεάτρου, στο Μεταξουργείο.

Οι θεατές στην πρεμιέρα του Ροδάφ’νου πολλοί, και –όπως είναι φυσικό– κατά το πλείστον Πόντιοι. Το σκηνικό απλό: μια ντουλάπα γεμάτη ρούχα, μερικές βαλίτσες γεμάτες μνήμες, ντάνες από βιβλία και εφημερίδες που σηματοδοτούν τη διέξοδο του πρωταγωνιστή από τη «γεωργία», από τα λασπωμένα χωράφια της καινούργιας πατρίδας.
Πόσο λίγα πράγματα, κι όμως υπεραρκετά για να στηθεί μια (ανα)παράσταση.
Ο Τάκης Βαμβακίδης δεν «έπαιξε» το ρόλο, ήταν ο ρόλος! Τον έβλεπες στο κέντρο αυτών των λίγων πραγμάτων να μεταφέρει το αριστουργηματικό κείμενο του Κώστα Διαμαντίδη, και ήταν λες και σε είχε καλέσει στο σπίτι του να σου αφηγηθεί τη ζωή του. Με όλες τις διακυμάνσεις –στο συναίσθημα, στην ένταση, στη συγκίνηση– σε απόλυτο έλεγχο, χωρίς ούτε μία παραπανίσια έκφραση, κυριολεκτικά ήταν ο Κωνσταντίνος, ο εγγονός της Παρθένας.

Και στην κορύφωση, ο Φίλων Κτενίδης και η «Καμπάνα» του:
Θεέ μ’… ποίσον με ίντιαν θέλ’τς… Μόνον ’ς σον τόπο μ’ άφ’ς με!
Άφ’ς με αδά να θάφκουμαι ’ς σον τόπον ντ’ εγεννέθα,
’ς σο μνήμαν όμπου έθαψα την μάνα μ’ και τον κύρη μ’…
Στην κορύφωση ακούγονται οι στίχοι, συνοδεία λύρας, διαπερνούν όμως όλη την παράσταση, όλη την αφήγηση. Γιατί αυτός ήταν ο κρυφός καημός όλων των Πόντιων προσφύγων της πρώτης γενιάς, και σαν φάντασμα στοιχειώνει και όλες τις επόμενες. Ο πόνος του ξεριζωμού και του αφανισμού δεν σβήνει εύκολα, μεταφέρεται γονιδιακά.

Αυτόν τον πόνο ζωντάνεψε στο χαρτί ο Κώστας Διαμαντίδης, αυτόν ζωντάνεψαν επί σκηνής ο Τάκης Βαμβακίδης και ο Θέμης Μουμουλίδης. Αυτόν τον πόνο ένιωσαν να ξυπνά μέσα τους οι θεατές της παράστασης, κι όταν άναψαν τα φώτα, τα μάτια ήταν κόκκινα και δακρυσμένα. Γιατί όποιος ήταν εκεί, έχει κάπου στο DNA του γραμμένη τη λέξη «Γενοκτονία».
Αν έπρεπε να περιγράψουμε αυτό που ζήσαμε με μία λέξη, αυτή θα ήταν εμπειρία.

Κείμενο, φωτογραφίες: Χριστίνα Κωνσταντάκη.
















