Η ζωή του Αντώνη Τακτικού ξεκίνησε με μια απουσία που δεν έπαψε ποτέ να βαραίνει. Ο πατέρας του, ο Χρήστος, δεν υπήρξε ποτέ μια ζωντανή ανάμνηση, αλλά μια ασπρόμαυρη φωτογραφία τραβηγμένη μπροστά στον Λευκό Πύργο. Ένα πρόσωπο που έμεινε αιχμάλωτο στον χρόνο.
Όταν ο Αντώνης ήταν μόλις πέντε μηνών, εν μέσω πολέμου, ο πατέρας του οδηγήθηκε στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Από εκεί δεν επέστρεψε ποτέ.
Ογδόντα τρία χρόνια μετά, η ιστορία αυτή απέκτησε, επιτέλους, υλική υπόσταση. Στα χέρια του Αντώνη Τακτικού δεν βρέθηκε πια μόνο μια εικόνα, αλλά η βέρα και το δαχτυλίδι του πατέρα του. Αντικείμενα μικρά, που όμως κουβαλούν το βάρος μιας ζωής που κόπηκε βίαια. Τα προσωπικά αντικείμενα του κρατούμενου του ναζιστικού στρατοπέδου Neuengamme επέστρεψαν στον φυσικό τους προορισμό χάρη στην έρευνα μαθητριών και μαθητών του Γυμνασίου Νεοχωρίου Άρτας, που συμμετείχαν στη διεθνή εκστρατεία #StolenMemory των Αρχείων Arolsen. Όχι ως απλά κειμήλια, αλλά ως μια καθυστερημένη, εύθραυστη δικαίωση της μνήμης.
Λίγο μετά την τελετή απόδοσης των αντικειμένων, από την επικεφαλής δημοσίων σχέσεων των Αρχείων Arolsen (Arolsen Archives – International Center on Nazi Persecution), Dr. Anke Münster, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας και την Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών, ο Αντώνης Τακτικός, εμφανώς συγκινημένος, είπε: «Ήταν σαν να είδα τον πατέρα μου».

Λίγο νωρίτερα, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, είχε δηλώσει: «Για εμένα είναι μεγάλη τιμή. Είμαι 83 χρόνων και για 83 χρόνια δεν είχα τον πατέρα μου. Η εύρεση αυτών των αντικειμένων είναι σημεία ζωής», ενώ δεν έκρυψε την έκπληξή του για το τηλεφώνημα που έλαβε:
«Δεν το περίμενα, μετά από 83 χρόνια. Μόνο μία φωτογραφία είχα».
Το νήμα μιας ζωής που χάθηκε
Η διαδρομή μέχρι την εύρεση της οικογένειας του Χρήστου Τακτικού ήταν μακρά και επίπονη. Οι μαθητές συγκέντρωσαν στοιχεία από τα Αρχεία Arolsen, ληξιαρχεία και δημοτολόγια σε όλη την Ελλάδα, τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και την Ελληνική Αστυνομία. Κομβικό στοιχείο αποτέλεσε μια αίτηση της συζύγου του Χρήστου Τακτικού προς τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, την οποία είχε υπογράψει ως αδελφή του.
Η αρχική αναζήτηση στο Δημοτολόγιο Βόλου δεν απέδωσε αποτελέσματα. Ωστόσο, η έρευνα συνεχίστηκε και οδήγησε στο Δημοτολόγιο του Δήμου Νεάπολης-Συκεών. Εκεί, στην οικογενειακή μερίδα με αριθμό 31217, εντοπίστηκαν τα ονόματα του Χρήστου Τακτικού, της συζύγου του Ελένης και του γιου τους, Αντώνιου.
Ο Χρήστος Τακτικός είχε κηρυχθεί σε αφάνεια. Η επικοινωνία με τα αστυνομικά τμήματα Νεάπολης-Συκεών και Λευκού Πύργου άρχισε να επαναφέρει την ύπαρξή του στο φως.
Γεννημένος το 1903 στον Βόλο, ο Χρήστος Τακτικός παντρεύτηκε την Ελένη Τακτικού, το γένος Χατζηαντωνίου, και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν ως καπνέμπορος. Κατά την περίοδο της Κατοχής μετέβη στην Αθήνα για εργασία ως καπνεργάτης.
Πίσω του άφησε ένα βρέφος. Τον Αντώνη. Και μια μοναδική φωτογραφία, ως μοναδικό ίχνος της παρουσίας του.
Στην παιδαγωγική αξία του προγράμματος αναφέρθηκε από το βήμα της εκδήλωσης η διευθύντρια του Γυμνασίου Νεοχωρίου Άρτας, Αικατερίνη Αντωνίου: «Το πρόγραμμα αυτό έδειξε στους μαθητές και σε εμάς, τους εκπαιδευτικούς, τι σημαίνει να συναντάς την ιστορία όχι σε ένα βιβλίο, αλλά μέσα από ένα όνομα, ένα αντικείμενο, μια οικογένεια, έναν άνθρωπο που χάθηκε. Για τους μαθητές μου, το πρότζεκτ αυτό δεν ήταν απλώς μια εργασία. Ήταν μια έρευνα, μια αναζήτηση, μια βαθιά επαφή με έννοιες όπως η ευθύνη, η αλληλεγγύη, η επιλογή απέναντι στο κακό».
Συμπλήρωσε πως το πιο συγκινητικό δίδαγμα συνοψίστηκε στη φράση: «Η Ιστορία γράφεται από τις επιλογές των ανθρώπων».
Στην εκδήλωση, η συγκίνηση ήταν διάχυτη. Ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων, Γιώργος Καλαντζής, μέσω της διευθύντριας του γραφείου του, Βασιλικής Κεραμίδα, υπογράμμισε: «Σήμερα γινόμαστε όλοι κοινωνοί μιας ιστορίας αλτρουισμού και γενναιότητας»,
υπενθυμίζοντας ότι ο Χρήστος Τακτικός οδηγήθηκε στα στρατόπεδα επειδή δεν υπέκυψε στον ναζισμό και βοήθησε ανθρώπους.
Σήμερα, ο Αντώνης Τακτικός δεν κρατά απλώς δύο δαχτυλίδια. Κρατά τον χαμένο χρόνο, τη σιωπηλή φωνή ενός πατέρα, και την απόδειξη ότι ακόμη και στο απόλυτο σκοτάδι της Ιστορίας, κάποιοι άνθρωποι επέλεξαν να σταθούν όρθιοι.
















