Ένα σημαντικό βήμα, μια «στιγμή υψηλού συμβολισμού» για τις σχέσεις Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας χαρακτηρίστηκε η υπογραφή της κοινής διακήρυξης μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του πάπα Λέοντος ΙΔ’ στο Φανάρι.
Με τη διακήρυξη, οι δύο προκαθήμενοι δίνουν έμφαση στην ενότητα των δύο Εκκλησιών υπογραμμίζοντας ότι ο εορτασμός μνήμης της 1.700ής επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου μπορεί να εμπνεύσει νέα και θαρραλέα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση και δηλώνουν ότι συνεχίζουν «με στέρεη αποφασιστικότητα» τον δρόμο του θεολογικού διαλόγου για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Επιπλέον, με αφορμή τον φετινό κοινό εορτασμό του Πάσχα, υπογράμμισαν ότι είναι «κοινή μας επιθυμία να συνεχισθεί η διαδικασία διερεύνησης μιας πιθανής λύσης για από κοινού τέλεση της Εορτής των Εορτών κάθε έτος».
Παράλληλα, απορρίπτουν οποιανδήποτε χρήση της θρησκείας και του ονόματος του Θεού προς δικαιολόγηση της βίας. «Πιστεύουμε ότι ο αυθεντικός διαθρησκειακός διάλογος, μακράν του να αποτελεί αιτία συγκρητισμού και σύγχυσης, είναι ουσιώδης για τη συνύπαρξη λαών με διαφορετικές παραδόσεις και πολιτισμούς» υπογραμμίζουν χαρακτηριστικά.
Η κοινή διακήρυξη
Κατά την προτεραία της εορτής του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου Αποστόλου, αδελφού του Αποστόλου Πέτρου και προστάτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ημείς, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αναπέμπουμε ολοκάρδιες ευχαριστίες στο Θεό, τον ελεήμονα Πατέρα μας, για τη δωρεά της αδελφικής αυτής συνάντησης. Ακολουθώντας το παράδειγμα των μακαριστών προκατόχων μας, και υπακούοντας στο θέλημα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συνεχίζουμε να βαδίζουμε με στέρεη αποφασιστικότητα επί της οδού του διαλόγου, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ (Ἐφεσ. 4,15), προς την ελπιζόμενη αποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών μας. Έχοντες επίγνωση του γεγονότος ότι η ενότητα των Χριστιανών δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ανθρωπίνων προσπαθειών, αλλά ένα δώρο το οποίο έρχεται άνωθεν, προσκαλούμε όλα τα μέλη των Εκκλησιών μας ─κληρικούς, μοναχούς, ανθρώπους αφιερωμένους στον Θεό, και τους πιστούς λαϊκούς─ να επιζητήσουν ειλικρινώς την εκπλήρωση της προσευχής την οποίαν απηύθυνε ο Ιησούς Χριστός προς τον Πατέρα : «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, […] ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ […]» (Ιω. 17,21).
Ο εορτασμός μνήμης της 1700ής επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, τελούμενος κατά την προτεραία της συνάντησής μας, ήταν μία εξαίρετη στιγμή Χάριτος. Η Σύνοδος της Νικαίας, η οποία συνήλθε το έτος 325 μ.Χ., ήταν μία εκδήλωση της Θείας Πρόνοιας υπέρ της ενότητος. Ο σκοπός του εορτασμού μνήμης αυτού του γεγονότος, ωστόσο, δεν είναι απλώς η υπόμνηση της ιστορικής σπουδαιότητος της Συνόδου, αλλά η συνέχιση της παρακίνησης προς εμάς να είμεθα διαρκώς ανοικτοί στο ίδιο Άγιο Πνεύμα το οποίο ωμίλησε μέσω της Νικαίας, καθώς παλεύουμε με τις πολυάριθμες προκλήσεις της εποχής μας. Είμεθα βαθιά ευγνώμονες σε όλους τους ηγέτες και τους εκπροσώπους άλλων Εκκλησιών και εκκλησιαστικών κοινοτήτων οι οποίοι ήσαν πρόθυμοι να μετάσχουν αυτής της εκδήλωσης. Πέραν της αναγνώρισης των κωλυμάτων τα οποία εμποδίζουν την αποκατάσταση πλήρους Κοινωνίας μεταξύ όλων των Χριστιανών ─κωλυμάτων τα οποία επιζητούμε να αντιμετωπίσουμε δια της οδού του θεολογικού διαλόγου─ πρέπει επίσης να αναγνωρίζουμε ότι αυτό το οποίο μας συνδέει είναι η πίστη η οποία εκφράσθηκε στο Δόγμα της Νικαίας. Είναι η σωτήρια πίστη στο πρόσωπο του Υιού του Θεού, Θεού αληθινού εκ Θεού αληθινού, ὁμοουσίου τῷ Πατρί, ο οποίος δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνηνθρώπισε και ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, ἐσταυρώθη, ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, ἀνέστη τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, ἀνῆλθε εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ πάλιν θα έλθει κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. Μέσῳ της έλευσης του Υιού του Θεού, μυούμεθα στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος ─Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος─ και καλούμεθα να γίνουμε, μέσα στο και μέσα από το πρόσωπο του Χριστού, τέκνα του Πατρός και συγκληρονόμοι, μαζί με τον Χριστό, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Προικισμένοι με αυτή την κοινή Ομολογία, είμεθα ικανοί να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας προκλήσεις, φέροντες τη μαρτυρία της πίστεως που εκφράσθηκε στη Νίκαια με αμοιβαίο σεβασμό, και να εργασθούμε από κοινού προς συγκεκριμένες λύσεις, με γνήσια ελπίδα.

Είμεθα πεπεισμένοι ότι ο εορτασμός μνήμης αυτής της σημαίνουσας επετείου μπορεί να εμπνεύσει νέα και θαρραλέα βήματα επί της οδού προς την ενότητα. Μεταξύ των αποφάσεών της η Α΄ Σύνοδος της Νικαίας παρέσχε επίσης τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα, κοινής για όλους τους Χριστιανούς. Είμεθα ευγνώμονες στη Θεία Πρόνοια που, φέτος, ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος εώρτασε το Πάσχα την ίδια ημέρα. Είναι κοινή μας επιθυμία να συνεχισθεί η διαδικασία διερεύνησης μιας πιθανής λύσης για από κοινού τέλεση της Εορτής των Εορτών κάθε έτος. Ελπίζουμε και προσευχόμεθα όλοι οι Χριστιανοί, «ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ» (Κολ. 1,9), να δεσμευθούν στη διαδικασία επίτευξης κοινού εορτασμού της λαμπρής Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Κατά το έτος αυτό τελούμε επίσης τη μνήμη της 60ής επετείου της ιστορικής Κοινής Διακήρυξης των μακαριστών προκατόχων μας, Πάπα Παύλου ς΄ και Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, η οποία εξάλειψε την ανταλλαγή αναθεμάτων του 1054. Ευχαριστούμε τον Θεό που εκείνη η προφητική χειρονομία οδήγησε τις Εκκλησίες μας να επιδιώξουν, «σε πνεύμα εμπιστοσύνης, εκτίμησης και αμοιβαίας ευσπλαχνίας, τον διάλογο, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, θα οδηγήσει στη συνύπαρξη και πάλι, επ’ ωφελείᾳ του μείζονος αγαθού για τις ψυχές και με την έλευση της Βασιλείας του Θεού, εντός εκείνης της πλήρους κοινωνίας πίστεως, αδελφικής συμφωνίας και μυστηριακού βίου που υπήρχαν μεταξύ αυτών κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας» (Κοινή Διακήρυξη Πάπα Παύλου ς΄ και Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, 7 Δεκεμβρίου 1965). Ταυτοχρόνως, προτρέπουμε εκείνους οι οποίοι ακόμη διστάζουν μπροστά σε οποιανδήποτε μορφή διαλόγου, να ακούσουν προσεκτικά τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις (πρβλ. Αποκ. 2,29), το Οποίο, στις τρέχουσες περιστάσεις της Ιστορίας, μας παρακινεί να προσφέρουμε στον κόσμο ανανεωμένη μαρτυρία ειρήνης, συνδιαλλαγής και ενότητος.
Πεπεισμένοι για τη σπουδαιότητα του διαλόγου, εκφράζουμε τη συνεχιζόμενη υποστήριξή μας προς το έργο της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία, κατά την παρούσα φάση, εξετάζει ζητήματα τα οποία έχουν ιστορικά θεωρηθεί διχαστικά.
Μαζί με τον αναντικατάστατο ρόλο τον οποίο διαδραματίζει ο θεολογικός διάλογος στη διαδικασία επαναπροσέγγισης μεταξύ των Εκκλησιών μας, εξαίρουμε επίσης τα άλλα αναγκαία στοιχεία αυτής της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των αδελφικών επαφών, προσευχητικού και κοινού έργου σε όλους εκείνους τους τομείς όπου η συνεργασία είναι ήδη εφικτή. Με έμφαση παροτρύνουμε όλους τους πιστούς των Εκκλησιών μας, και ειδικά τους κληρικούς και τους θεολόγους, να αγκαλιάσουν με ευφρόσυνη διάθεση τους καρπούς τους οποίους έχουμε επιτύχει μέχρι τώρα, και να εργασθούν για τη συνεχή αύξηση αυτών των καρπών.
Ο στόχος της ενότητος των Χριστιανών περιλαμβάνει τον σκοπό της συνεισφοράς, κατά τρόπο θεμελιώδη και ζωογονητικό, στην ειρήνη μεταξύ όλων των λαών. Μαζί υψώνουμε ένθερμα τη φωνή μας επικαλούμενοι το δώρο της ειρήνης από τον Θεό προς τον κόσμο μας.
Είναι τραγικό ότι, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, οι συγκρούσεις και η βία εξακολουθούν να καταστρέφουν τόσο πολλές ζωές.
Απευθύνουμε έκκληση σε εκείνους που φέρουν την αστική και την πολιτική ευθύνη να πράξουν καθετί δυνατό ώστε να διασφαλισθεί ότι θα παύσει αμέσως η τραγωδία των πολέμων, και ζητούμε από όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως να υποστηρίξουν την παράκλησή μας.
Απορρίπτουμε ιδίως οποιανδήποτε χρήση της θρησκείας και του ονόματος του Θεού προς δικαιολόγηση της βίας. Πιστεύουμε ότι ο αυθεντικός διαθρησκειακός διάλογος, μακράν του να αποτελεί αιτία συγκρητισμού και σύγχυσης, είναι ουσιώδης για τη συνύπαρξη λαών με διαφορετικές παραδόσεις και πολιτισμούς. Έχοντας κατά νου την 60ή επέτειο της Διακήρυξης Nostra Aetate, παροτρύνουμε όλους τους άνδρες και τις γυναίκες καλής θελήσεως να εργασθούν από κοινού προς οικοδόμηση ενός δικαιότερου και πιο υποστηρικτικού κόσμου και να μεριμνήσουν για την κτίση, την οποία μας εμπιστεύθηκε ο Θεός. Μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί η ανθρώπινη οικογένεια να υπερβεί την αδιαφορία, την επιθυμία για κυριαρχία, την απληστία της κερδοσκοπίας και την ξενοφοβία.
Επικαλούμεθα επί εκάστου μέλους της ανθρωπίνης οικογενείας πάσαν χάριν και ευλογίαν, «ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ», ο Οποίος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός (Κολ. 2,2).
Εκ Φαναρίου, 29η Νοεμβρίου 2025.

Ιστορική λειτουργία στην Volkswagen Arena
Σε μια ιστορική λειτουργία στην κατάμεστη Volkswagen Arena, ο πάπας Λέων ΙΔ’ απηύθυνε ένα ισχυρό κάλεσμα για ειρήνη, ενότητα και διαθρησκειακό διάλογο, ενώπιον περίπου 4.000 πιστών και προσκεκλημένων.
Αξιοποίησε ως κεντρική εικόνα τις γέφυρες του Βοσπόρου και τις συνέδεσε με το πνευματικό μήνυμα της επίσκεψής του, η οποία συμπίπτει με τα 1.700 χρόνια από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Από τις πλέον δυνατές εικόνες ήταν ο εναγκαλισμός – σύμβολο ειρήνης με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Η λειτουργία πραγματοποιήθηκε παραμονή της εορτής του Αποστόλου Ανδρέα και της πρώτης Κυριακής του Αdvent, ημέρας προετοιμασίας για τη Γέννηση του Χριστού.
Αναλύοντας το ανάγνωσμα από τον προφήτη Ησαΐα (2:1-5), ο πάπας στάθηκε στην εικόνα του «όρους του Κυρίου», το οποίο γίνεται φως για όλα τα έθνη.
Τόνισε ότι «η χαρά του καλού είναι μεταδοτική» και πως η μαρτυρία των Αποστόλων Πέτρου, Ανδρέα και Ιωάννη αποδεικνύει ότι η αγιότητα έχει «πιο εύγλωττη δύναμη από τα θαύματα», παραπέμποντας στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Παράλληλα κάλεσε τους πιστούς να «αγρυπνούν πάνω στον εαυτό τους», καλλιεργώντας την πίστη μέσα από προσευχή, μυστήρια και απομάκρυνση από τα «έργα του σκότους».
Ειρήνη σε έναν κόσμο διχασμένο
Στο δεύτερο μεγάλο θέμα της ομιλίας του —τον προφητικό οραματισμό ενός κόσμου όπου «τα ξίφη γίνονται άροτρα»— ο πάπας Λέων ΙΔ’ υπογράμμισε την επικαιρότητα του μηνύματος.
«Πόσο επείγει σήμερα να ρωτήσουμε ο καθένας τι συμβολή μπορούμε να προσφέρουμε στην ειρήνη, στην ενότητα, στη συμφιλίωση», είπε, συνδέοντας την προφητεία με το λογότυπο του ταξιδιού του: μια γέφυρα.
Οι τρεις γέφυρες του Βοσπόρου, σύμβολο επικοινωνίας Ασίας και Ευρώπης, αποτέλεσαν αφετηρία για την προτροπή του να χτίζονται «πνευματικές γέφυρες» εντός των καθολικών κοινοτήτων, στις σχέσεις με άλλες χριστιανικές ομολογίες και τις επαφές με ανθρώπους άλλων θρησκευμάτων.
Παράλληλα, ο πάπας επεσήμανε τη μοναδική πολυμορφία της Καθολικής Εκκλησίας στην Τουρκία, η οποία περιλαμβάνει Λατίνους, Αρμενίους, Χαλδαίους και Σύρους καθολικούς.

«Καθένας φέρει τη δική του πνευματική και ιστορική κληρονομιά», σημείωσε, επιμένοντας ότι η κατανόηση των διαφορών ενισχύει την «καθολικότητα που ενώνει».
Στο επίπεδο του οικουμενικού διαλόγου, χαιρέτισε την παρουσία εκπροσώπων άλλων χριστιανικών ομολογιών, υπενθυμίζοντας την κοινή προσευχή της 28ης Νοεμβρίου στην Ιζνίκ (Νίκαια).
Τέλος, μίλησε για τον διάλογο με μη χριστιανικές κοινότητες, σε μια εποχή όπου «η θρησκεία χρησιμοποιείται συχνά για να δικαιολογήσει πολέμους και φρικαλεότητες». Επικαλέστηκε το Β’ Βατικανό και τη φράση «όποιος δεν αγαπά, δεν γνώρισε τον Θεό».
«Να γκρεμίσουμε τα τείχη προκατάληψης και δυσπιστίας»
Ο πάπας κάλεσε τους πιστούς να πορευθούν μαζί, ενισχύοντας τη γνώση, την αμοιβαία εκτίμηση και δραστηριότητες ειρηνικής συνύπαρξης. «Να καταρρίψουμε τα τείχη της προκατάληψης και της δυσπιστίας», τόνισε, «για να στείλουμε ένα ισχυρό μήνυμα ελπίδας και να γίνουμε ειρηνοποιοί».
Κλείνοντας, ζήτησε να μην χαθεί η ευκαιρία «για να μετατρέψουμε σε πνευματικά ψηφίσματα τις αξίες της ενότητας και της ειρήνης».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η λειτουργία στη Volkswagen Arena αποτέλεσε τομή για τις παπικές επισκέψεις στην Τουρκία, που μέχρι σήμερα περιορίζονταν σε ναούς.
Η οργάνωση έγινε σε συνεργασία με την τουρκική προεδρία και περιελάμβανε πολύπλοκη διαδικασία επιλογής, λόγω της μικρής καθολικής κοινότητας (περίπου 33.000 άτομα) και αυξημένων μέτρων ασφαλείας. Αιτήσεις, συστάσεις, αξιολόγηση από επισκοπές και τελικός έλεγχος από τις αρχές περιόρισαν τους συμμετέχοντες σε περίπου 4.000, παρά τη χωρητικότητα των 5.800 θέσεων.
Πηγές της Εκκλησίας τόνισαν τη σημασία του γεγονότος, παρατηρώντας ότι σε παλαιότερες επισκέψεις οι πιστοί πολλές φορές στέλνονταν κατόπιν κληρώσεων.
Το αυριανό πρόγραμμα του πάπα περιλαμβάνει επίσκεψη στην Αρμενική Αποστολική Καθεδρική, Θεία Λειτουργία στον Άγιο Γεώργιο στο Φανάρι και κοινή ευλογία με εκπροσώπους χριστιανικών ομολογιών.
Ακολούθως, ο ποντίφικας αναχωρεί για τη Βηρυτό. Με την επίσκεψη του Λέοντα ΙΔ’, η Τουρκία έχει πλέον δεχτεί κάθε Πάπα από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα — πλην του Ιωάννη-Παύλου Α’, που παρέμεινε μόλις 33 ημέρες στον θρόνο.
















