Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Λέοντος ΙΔ’ στη Νίκαια (Iznik), καθώς και στην Τουρκία συνολικά, δεν είναι απλώς ένας ακόμη σταθμός παπικού ταξιδιού – πρόκειται για μια συμβολική πράξη, με πολλαπλές διαστάσεις: θρησκευτική, ιστορική, διπλωματική.
Στόχος –όπως διατείνονται οι διοργανωτές–, είναι να τιμηθεί η επέτειος των 1.700 χρόνων από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ.Χ., να αναδειχθεί η κοινή κληρονομιά Καθολικών και Ορθοδόξων, και ταυτόχρονα να σταλεί ένα μήνυμα ενότητας, ειρήνης και διαλόγου σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων.
Ταυτόχρονα, όμως, η επίσκεψη έχει και πολιτικές (εγχώριες και διεθνείς) προεκτάσεις: αφορά τις σχέσεις του Βατικανού με την Τουρκία, τα δικαιώματα των χριστιανικών μειονοτήτων στη γείτονα, και την προσπάθεια να δρομολογηθεί –με σεβασμό στις ιστορικές και εκκλησιαστικές ευαισθησίες–, μια «οικολογική» προσέγγιση ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.
Η επιλογή της Νίκαιας δεν είναι τυχαία. Στα 325 μ.Χ., στην πόλη αυτή της Βιθυνίας συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος – γεγονός κομβικό για την ιστορία του χριστιανισμού, αφού εκεί οριστικοποιήθηκε η πίστη στη θεότητα του Χριστού και διατυπώθηκε το λεγόμενο Σύμβολο της Πίστεως.
Η Σύνοδος αποτέλεσε το θεμέλιο της ενότητας στον πρώιμο χριστιανισμό, πριν από τον βαθύ διχασμό της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Η κοινή παρουσία του Πάπα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην ίδια πόλη λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της κοινής ρίζας – αλλά και ως πολιτική-θρησκευτική δήλωση, ότι η πίστη που γεννήθηκε στη Νίκαια εξακολουθεί να αποτελεί κοινό έδαφος για Καθολικούς και Ορθοδόξους.
Ενδεικτικά, η επίσκεψη αυτή είχε σχεδιαστεί ήδη από πριν, με αφορμή την επέτειο των 1.700 ετών· αρχικά υπό ενδεχόμενο πάπα τον προκάτοχο του Λέοντα, αλλά μετά την εκλογή του, αυτός ανέλαβε την ευθύνη να ολοκληρώσει το εγχείρημα.
Ο Πάπας Λέων αφίχθη στην Τουρκία στις 27 Νοεμβρίου 2025· πρώτη στάση η Άγκυρα, όπου είχε επίσημη υποδοχή και συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο Πάπας επισκέπτεται την Τουρκία υπό διπλή ιδιότητα: και ως θρησκευτικός ηγέτης των Καθολικών και ως αρχηγός κράτους. Είναι η δεύτερη ιδιότητά του ο λόγος της συνάντησής του με τον Ερντογάν και η τήρηση του πρωτοκόλλου που προβλέπει επίσκεψη στο μαυσωλείο του Μουσταφά Κεμάλ (Anıt Kâbir) στην Άγκυρα.
Το επόμενο πρωί, 28 Νοεμβρίου, μαζί με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο μετέβησαν στη Νίκαια – εκεί όπου σε τελετή στο χώρο των ερειπίων της βασιλικής του Αγίου Νεόφυτου τιμήθηκε η επέτειος της Α’ Συνόδου.
Μετά τη Νίκαια, ο Πάπας κατευθύνθηκε στην Κωνσταντινούπολη και –πάλι σύμφωνα με το πρωτόκολλο– θα επισκέφθηκε μαζί με τον νομάρχη ένα τζαμί. Επελέγη το Sultan Ahmed (Μπλε Τζαμί) και όχι η Αγια-Σοφιά…
Η επίσκεψη δεν περιορίστηκε μόνο σε θρησκευτικά θέματα. Ο Πάπας και ο Οικουμενικός Πατριάρχης επιχειρούν να στείλουν ένα μήνυμα ενότητας προς τις χριστιανικές μειονότητες στην Τουρκία, αλλά και να προωθήσουν τον διαθρησκευτικό διάλογο, δεδομένου ότι η Τουρκία είναι χώρα με ισχυρή μουσουλμανική πλειονότητα.
Η επίσκεψη του Πάπα στη Νίκαια την συνδέει με έναν τρόπο σχεδόν ειρωνικά συμβολικό με το ρόλο που ανέλαβε μετά το 1204. Όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, η Νίκαια έγινε για μισό αιώνα η κατ’ ανάγκην «βυζαντινή πρωτεύουσα» – το ασφαλές καταφύγιο της ορθόδοξης ταυτότητας και της συνέχειας της Αυτοκρατορίας. Εκεί άντεξε το χριστιανικό ρωμαϊκό κράτος μέχρι την ανάκτηση της Πόλης.
Το γεγονός ότι ένας Πάπας επιστρέφει σήμερα στη Νίκαια για να μιλήσει για ενότητα έχει λοιπόν και μια αδιόρατη ιστορική φόρτιση: ο τόπος που άλλοτε συμβόλιζε το ρήγμα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση μετατρέπεται σε σκηνή όπου επιχειρείται –έστω και δειλά– να επουλωθούν πληγές που άφησε ο ίδιος ο μεσαιωνικός χριστιανικός κόσμος.
Πρόκειται για μια στιγμή όπου η μνήμη του χριστιανισμού, η βυζαντινή αντοχή και η σύγχρονη διπλωματία συμπλέκονται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Παρά τον υψηλό συμβολισμό, η παρουσία του Πάπα δίπλα στον Ερντογάν και ο δημόσιος χαρακτήρας της συνάντησης έχουν προκαλέσει μια σειρά ερωτημάτων και επιφυλάξεων. Για κάποιους, το ότι ο Λέων XIV εμφανίζεται μαζί με τον Τούρκο πρόεδρο σε τόσο φορτισμένους θεολογικά και πολιτικά χώρους, μπορεί να δοθεί ως «διπλωματικό άλλοθι» στην τουρκική κυβέρνηση – μια κυβέρνηση που, όπως επισημαίνουν πολλοί, δεν έχει λύσει τα ζητήματα θρησκευτικών ελευθεριών των μειονοτήτων.
Η ψυχρότητα δεν αφορά μόνο πολιτικούς κύκλους: ανάμεσα σε εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους δημιουργούνται επιφυλάξεις για το κατά πόσο μια τέτοια συγκυρία (κοινή τελετή, συνάντηση με Ερντογάν) συμβάλλει πράγματι στην ενότητα, ή αν μετατοπίζει τη συνάντηση προς πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο, απομακρύνοντας την πίστη από τις ρίζες της.
Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν μετείχαν ή δεν δηλώθηκαν συμμετοχές από άλλους πατριάρχες ή θεολογικές ηγεσίες εκτός των δύο (Ρώμης– Κωνσταντινούπολης) έχει εγείρει ερωτήματα για το πραγματικό εύρος της «οικουμενικής» διάστασης της κίνησης. Για ορισμένους, συμβολική ενότητα δεν ισοδυναμεί με θεολογική συμφωνία ή με αναθεώρηση των δεκαετιών διαχωρισμού.
Ανεξάρτητα από τις κριτικές, η επιλογή της Νίκαιας και η κοινή παρουσία Πάπα και Πατριάρχη αποτελεί ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα: ότι οι ρίζες του Χριστιανισμού –με τη μορφή του Συμβόλου της Πίστεως– μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ανάμεσα σε Καθολικούς και Ορθοδόξους.
Σε έναν κόσμο όπου οι θρησκευτικές, εθνοτικές και πολιτικές ταυτότητες συχνά γίνονται αιτία συγκρούσεων, η κίνηση αυτή μοιάζει με προσπάθεια επανεξέτασης της κοινής κληρονομιάς – όχι ως μουσειακή αναπαράσταση, αλλά ως ζωντανή πρακτική. Αν πετύχει, θα ανοίξει ξανά τη συζήτηση για εκκλησιαστική συμφιλίωση, κοινή πίστη, και ενδεχόμενη θεολογική συνεργασία μεταξύ Ορθοδοξίας και Καθολικισμού.
Ωστόσο, για να έχει ελπίδες να μεταμορφωθεί σε κάτι πραγματικό –και όχι συμβολικό «σόου»–, απαιτούνται ειλικρίνεια, συνεχής διάλογος και πρακτικές εγγυήσεις για τις μειονότητες και τη θρησκευτική ελευθερία.
















