«Έρθαμε κ’ εξέρθαμε κ’ εξεκαμπανίσταμε,
δός με, κόρη, ντ’ έταξες, την φιλήν ντ’ ετάγαμε».
—
Η ποντιακή διάλεκτος διατηρεί λέξεις και γλωσσικούς τύπους που συχνά μας οδηγούν σε απρόσμενες διαδρομές μέσα στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Άλλοτε αναγνωρίζουμε αρχαίες λέξεις που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται με την αρχική ή με μετατοπισμένη σημασία τους και άλλοτε συναντούμε σχηματισμούς που συνδέουν την ποντιακή με τη μεσαιωνική ελληνική και με ιδιώματα γεωγραφικά απομακρυσμένων περιοχών.
Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το ρήμα ξεκαμπανίσκουμαι, που διασώζεται στο ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Ο έταιρον και η λυγερή», στον χαρακτηριστικό στίχο «Έρθαμε κ’ εξέρθαμε κ’ εξεκαμπανίσταμε».
Το ρήμα σημαίνει «απομακρύνομαι πολύ, ξεμακραίνω». Ο τραγουδιστής αναφέρεται στις μετακινήσεις και στην περιπλάνησή του και αμέσως έπειτα υπενθυμίζει στην αγαπημένη του την υπόσχεση που του είχε δώσει.
Η λέξη παρουσιάζει ιδιαίτερο ετυμολογικό ενδιαφέρον, επειδή δύο μελετητές της ποντιακής διαλέκτου, ο Ι. Σταματέλος και ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, την ερμήνευσαν διαφορετικά.
Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, στο Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, σ. 629, καταγράφει το ξεκαμπανίσκουμαι για την Κερασούντα και την Τραπεζούντα, με τη σημασία «απομακρύνομαι πολύ». Προτείνει την παραγωγή του από το πρόθημα ξε- και το ουσιαστικό καμπάνα. Η ερμηνεία του στηρίζεται στην ιδέα ότι κάποιος απομακρύνεται τόσο πολύ, ώστε δεν ακούει πλέον τον ήχο της καμπάνας.
Πρόκειται για μια παραστατική σημασιολογική εξήγηση, η οποία όμως αφήνει αναπάντητο το ερώτημα αν υπάρχει πραγματική ιστορική και μορφολογική σύνδεση του ρήματος με την καμπάνα.

Μια διαφορετική ερμηνεία είχε προταθεί ήδη το 1880.
Ο Ι. Σταματέλος, στο «Λεξιλόγιον της Τραπεζουντίας Διαλέκτου», που δημοσιεύτηκε στον τέταρτο τόμο του περιοδικού Παρνασσός, καταγράφει τον τύπο ξεκαμπανίζομαι και τον ερμηνεύει με το ρήμα ξεκαμπίζω, δηλαδή «εξέρχομαι εις την πεδιάδα». Θεωρεί ότι η λέξη σχηματίστηκε από την ελληνική πρόθεση εκ- και την ιταλική λέξη campagna, που σημαίνει «πεδιάδα, εξοχή, ύπαιθρος».
Η ερμηνεία αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν αναζητήσουμε τη λέξη στη μεσαιωνική ελληνική.
Στην Επιτομή του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του Εμμανουήλ Κριαρά καταγράφεται το επίρρημα ξέκαμπα, με τη σημασία «μέσα από τον κάμπο», καθώς και το ρήμα ξεκαμπίζω, με τη σημασία «οδηγώ στον κάμπο, βγάζω σε ξάγναντο μέρος».
Για το ρήμα παρατίθεται μάλιστα μαρτυρία από τον μεσαιωνικό Φυσιολόγο. Στο σχετικό χωρίο γίνεται λόγος για τον κυνηγό που οδηγεί τον λαγό σε ανοιχτό μέρος, όπου το ζώο δυσκολεύεται να ξεφύγει. Η μαρτυρία είναι σημαντική, επειδή αποδεικνύει ότι το ξεκαμπίζω υπήρχε ήδη στη μεσαιωνική ελληνική και δεν χρειάζεται να υποθέσουμε τη δημιουργία του αποκλειστικά μέσα στην ποντιακή διάλεκτο.
Ο Κριαράς το ετυμολογεί από το επίρρημα ξέκαμπα και την παραγωγική κατάληξη -ίζω. Η βάση του σχηματισμού είναι ο κάμπος, λέξη που προέρχεται από το λατινικό campus («πεδίο, πεδιάδα») και έχει ενσωματωθεί προ πολλού στο ελληνικό λεξιλόγιο. Στην ίδια απώτερη λατινική βάση ανάγεται και η ιταλική λέξη campagna, μέσω μεταγενέστερων λατινικών σχηματισμών.
Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση. Η λατινική καταγωγή της λέξης κάμπος δεν αποδεικνύει ότι το ποντιακό ρήμα προήλθε απευθείας από τα ιταλικά. Μπορεί να αποτελεί μεταγενέστερη διαλεκτική εξέλιξη σχηματισμού που υπήρχε ήδη στην ελληνική κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Η έρευνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εγκαταλείψουμε προσωρινά τον Πόντο και στραφούμε στα ιδιώματα των Επτανήσων.
Στο κεφαλονίτικο ιδίωμα καταγράφονται και οι δύο τύποι, ξεκαμπίζω και ξεκαμπανίζω, με τη σημασία «βγαίνω από την πόλη και πηγαίνω προς τους αγρούς, περνώ τους κάμπους». Η ίδια καταγραφή περιλαμβάνει και μεταφορικές χρήσεις, που συνδέονται με την περιπλάνηση ή με χαρακτηρισμούς προσώπων ως ζωηρών και άστατων.
Η παρουσία του τύπου ξεκαμπανίζω στην Κεφαλονιά παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Δεν πρόκειται απλώς για μια λέξη με παρόμοια σημασία, αλλά για τύπο που εμφανίζει και το χαρακτηριστικό -αν-, το οποίο παρατηρούμε στο ποντιακό ξεκαμπανίσκουμαι.
Δεν μπορούμε ασφαλώς να συμπεράνουμε μόνο από αυτή την ομοιότητα ότι οι δύο διαλεκτικές μορφές ακολούθησαν ακριβώς την ίδια φωνολογική διαδρομή. Μπορούμε όμως να διαπιστώσουμε ότι ο διευρυμένος σχηματισμός δεν περιορίζεται στην ποντιακή.
Στη Λευκάδα διασώζεται το ρήμα ξεκαμπίζω, με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σημασιολογική εξέλιξη.
Στο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος, με αναφορά στον Πανταζή Κοντομίχη, το ρήμα χρησιμοποιείται με τη σημασία «έρχομαι από κάπου, εμφανίζομαι ξαφνικά». Χαρακτηριστική είναι η ερώτηση «Πούθε μας ξεκάμπισες;», που απευθύνεται σε κάποιον ο οποίος εμφανίζεται απροσδόκητα.
Ο Δημήτρης Κατωπόδης, στα Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα, καταγράφει και τη χρήση του ρήματος για τη βελτίωση του καιρού. Όταν ο βροχερός καιρός «ξεκαμπίζει», ο ουρανός ανοίγει και οι άνθρωποι μπορούν να βγουν από το σπίτι και να επιστρέψουν στις εργασίες τους.
Εδώ παρακολουθούμε μια αξιοσημείωτη σημασιολογική μεταβολή. Από την αρχική έννοια της εξόδου σε ανοιχτό χώρο περνούμε στην εμφάνιση κάποιου προσώπου και, κατ’ επέκταση, στο άνοιγμα του καιρού.
Μια ακόμη, περισσότερο απομακρυσμένη σημασιολογικά, μαρτυρία προέρχεται από τη βόρεια Εύβοια. Σε τοπική συλλογή ιδιωματικών λέξεων που δημοσιεύτηκε στο Mantoudi News καταγράφεται το ξεκαμπανίζω με τη σημασία «σηκώνω στον αέρα» και το ξεκαμπανίζομαι με τη σημασία «χάνω το στήριγμά μου».
Η καταγραφή αυτή χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση, καθώς πρόκειται για τοπική συλλογή και όχι για ετυμολογικά επεξεργασμένο ιστορικό λεξικό. Παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον για την περαιτέρω χαρτογράφηση των διαλεκτικών τύπων. Δεν μπορούμε ακόμη να θεωρήσουμε αποδεδειγμένο ότι οι ευβοϊκές χρήσεις έχουν την ίδια ακριβώς ετυμολογική προέλευση.
Η γεωγραφική διασπορά των τύπων, από τον Πόντο έως τα Επτάνησα, δείχνει πάντως ότι η αναζήτηση της προέλευσης του ποντιακού ρήματος δεν μπορεί να περιοριστεί στα λεξικά της ίδιας της διαλέκτου.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη ενδιαφέρουσα μαρτυρία από τον μικρασιατικό ελληνισμό.
Στο Ιστορικό Λεξικό των Ιδιωμάτων της Καππαδοκίας, που εκδίδεται από το Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, καταγράφεται η λέξη κάμπος σε διάφορες καππαδοκικές μορφές. Στη Σίλλη, μάλιστα, η λέξη εμφανίζει και τη σημασία «ξενιτιά».
Το λεξικό παραπέμπει σε σχετική μαρτυρία του Richard M. Dawkins, από το 1916, όπου η έκφραση της μετάβασης στον κάμπο δηλώνει την αναχώρηση στην ξενιτιά.
Η μαρτυρία αυτή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από σημασιολογική άποψη. Μας δείχνει πώς μια λέξη που αρχικά δηλώνει τον ανοιχτό, πεδινό χώρο μπορεί σε ένα συγκεκριμένο ιδίωμα να συνδεθεί με την απομάκρυνση από τον οικείο τόπο και την αναχώρηση.
Δεν πρόκειται για μαρτυρία του ίδιου του ρήματος ξεκαμπανίσκουμαι ούτε αποδεικνύει την ετυμολογία του. Φωτίζει όμως το ευρύτερο σημασιολογικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορούμε να εξετάσουμε την ποντιακή λέξη.
Ας επιστρέψουμε τώρα στο ποντιακό δημοτικό τραγούδι.
«Έρθαμε κ’ εξέρθαμε κ’ εξεκαμπανίσταμε». Η αλληλουχία των τριών ρηματικών τύπων δημιουργεί μια χαρακτηριστική ποιητική κλιμάκωση. Πρώτα δηλώνεται η άφιξη, έπειτα η έξοδος και τέλος η μεγάλη απομάκρυνση.
Ο τύπος εξεκαμπανίσταμε δεν χρησιμοποιείται εδώ για να περιγράψει απλώς μια διαδρομή μέσα σε πεδιάδα. Δηλώνει το ξεμάκρεμα, την περιπλάνηση, την κίνηση που οδηγεί ολοένα και πιο πέρα. Αυτή η σημασία μπορεί να κατανοηθεί ως μεταφορική εξέλιξη της παλαιότερης έννοιας της εξόδου σε ανοιχτό χώρο.
Με βάση, λοιπόν, τις μέχρι σήμερα εξετασμένες μαρτυρίες, η σύνδεση του ποντιακού ξεκαμπανίσκουμαι με τη λεξιλογική οικογένεια του κάμπου εμφανίζεται ιστορικά και σημασιολογικά ισχυρότερη από την ερμηνεία που το παράγει από την καμπάνα.
Ο Σταματέλος φαίνεται ότι είχε προσεγγίσει ορθότερα τη σημασιολογική βάση της λέξης ήδη από το 1880. Η ειδικότερη, όμως, υπόθεσή του για άμεση παραγωγή από το ιταλικό campagna χρειάζεται αναθεώρηση υπό το φως της τεκμηριωμένης παρουσίας του ρήματος ξεκαμπίζω στη μεσαιωνική ελληνική.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το μορφολογικό ζήτημα της ανάπτυξης του -αν- στους τύπους ξεκαμπανίζω και ξεκαμπανίσκουμαι. Για την οριστική επίλυσή του απαιτούνται περισσότερες χρονολογημένες μαρτυρίες και συστηματική σύγκριση των διαλεκτικών μορφών.
Η ερμηνεία του Παπαδόπουλου από την καμπάνα είναι ευρηματική, αλλά δεν φαίνεται να εξηγεί ικανοποιητικά την ιστορική διαδρομή του ρήματος, ιδίως όταν συνεξεταστούν οι μεσαιωνικές και επτανησιακές μαρτυρίες. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει την ιδιαίτερη αξία της συγκριτικής διαλεκτολογικής έρευνας.
Μια λέξη που διασώθηκε στον προφορικό λόγο του Πόντου μάς οδήγησε στη μεσαιωνική ελληνική, στα ιδιώματα της Κεφαλονιάς και της Λευκάδας, σε μια μαρτυρία της Εύβοιας και σε ενδιαφέρουσες σημασιολογικές αντιστοιχίες της Καππαδοκίας.
Τα νεοελληνικά ιδιώματα δεν αποτελούν απομονωμένες γλωσσικές νησίδες. Διατηρούν συχνά διαφορετικά στάδια και σημασίες παλαιότερων λέξεων, επιτρέποντάς μας να ανασυνθέσουμε πλευρές της ιστορίας τους που θα έμεναν αθέατες, αν περιοριζόμασταν σε μία μόνο γλωσσική ποικιλία.
Και κάπως έτσι, ένας στίχος από ένα ποντιακό δημοτικό τραγούδι γίνεται αφορμή για ένα μικρό ταξίδι στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας.
Ένα ταξίδι που αρχίζει με το «εξεκαμπανίσταμε» και μας θυμίζει ότι οι λέξεις, ακόμη και όταν οι άνθρωποι απομακρύνονται από τον τόπο τους, εξακολουθούν να διατηρούν ίχνη της μακρινής τους διαδρομής.

















