Για να εγκαταστήσουν τον εξοπλισμό, χρειάστηκε να κόψουν τα παλιά ψηφιδωτά. Εκεί όπου κάποτε περνούσαν οι λουόμενοι, τοποθετήθηκαν πιεστήριο και μύλος για ελιές. Το κτήριο άλλαξε προορισμό: στην Αντιόχεια επί Κράγω, στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, ένα ρωμαϊκό λουτρό απέκτησε δεύτερη ζωή ως χώρος αγροτικής παραγωγής.
Η μετατροπή άφησε ίχνη που οι αρχαιολόγοι μπορούν σήμερα να διαβάσουν πάνω στα δάπεδα και ανάμεσα στους τοίχους του.
Την ιστορία παρουσιάζουν οι Έμλιν Ντοντ και Λετίσια Ρ. Ροντρίγκεζ, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Roman Archaeology. Αντικείμενό της είναι το λεγόμενο «Μικρό Λουτρό» της πόλης και η μεταγενέστερη αξιοποίησή του.

Η Αντιόχεια επί Κράγω βρίσκεται στην αρχαία Τραχεία Κιλικία, στη σημερινή νότια Τουρκία. Ιδρύθηκε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. από τον Αντίοχο Δ’ της Κομμαγηνής, βασιλιά συνδεδεμένο με τη Ρώμη. Στα κατάλοιπά της αποτυπώνονται διαφορετικές εποχές, χρήσεις και ανάγκες μιας πόλης που συνέχισε να μεταβάλλεται.
Τα λουτρά κατείχαν ιδιαίτερη θέση σε αυτόν τον αστικό κόσμο. Η μνημειακή αρχιτεκτονική τους συνδεόταν με το κύρος των πόλεων και τη θέση τους μέσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Όπως εξετάζει παλαιότερη έρευνα της Χόλι Σταγκς για τα λουτρικά συγκροτήματα της Αντιόχειας, τέτοια δημόσια κτήρια μπορούσαν να εκφράζουν τη σύνδεση μιας τοπικής κοινωνίας με τη Ρώμη και να ενισχύουν την εικόνα της προς τα έξω. Η αλλαγή της χρήσης τους, επομένως, αφορά και τις προτεραιότητες εκείνων που τα χρησιμοποιούσαν.

Το Μικρό Λουτρό οργανωνόταν γύρω από μια κεντρική αίθουσα με ψηφιδωτό δάπεδο, με χώρους για κρύα και θερμά λουτρά στις πλευρές της. Η έρευνα αποκάλυψε επίσης τη δεξαμενή που εξυπηρετούσε το συγκρότημα. Αίθουσες, δάπεδα και εγκαταστάσεις νερού αποτελούσαν μια έτοιμη υποδομή, την οποία οι επόμενοι χρήστες μπορούσαν να προσαρμόσουν στις δικές τους δραστηριότητες.
Οι ανασκαφές στην πόλη ξεκίνησαν το 2005 και στο συγκεκριμένο λουτρό το 2018. Σύμφωνα με την ανασκαφική αναφορά της Ροντρίγκεζ, οι διαδοχικές περίοδοι εργασίας επέτρεψαν στην ομάδα να συμπληρώσει και να διορθώσει την παλαιότερη αποτύπωση του κτηρίου, αλλά και να κατανοήσει καλύτερα όσα συνέβησαν μετά τη διακοπή της λουτρικής του λειτουργίας.
Στην κεντρική αίθουσα εντοπίστηκε περιστροφικός μύλος τύπου trapetum, συνδεδεμένος συνήθως με την επεξεργασία ελιάς.
Ένα μαρμάρινο αρχιτεκτονικό μέλος είχε μετατραπεί σε βάση πίεσης, ενώ ένα άλλο είχε διαμορφωθεί σε αντίβαρο πιεστηρίου με μοχλό και κοχλία. Για την τοποθέτησή του χαμηλότερα είχε ανοιχτεί το ψηφιδωτό. Σε γειτονικό χώρο, μια παλιά λουτρική δεξαμενή προσαρμόστηκε για τη συλλογή υγρών, με χωρητικότητα περίπου 2.900 λίτρων.

Η συνδυασμένη παραγωγή κρασιού και ελαιόλαδου αποτελεί την προτιμώμενη ερμηνεία των ερευνητών, οι οποίοι εξετάζουν και εναλλακτικές χρήσεις του εξοπλισμού. Παραμένουν επίσης ανοιχτές οι ακριβείς ημερομηνίες εγκατάστασης και εγκατάλειψης της μονάδας, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου. Η χωρητικότητα της δεξαμενής, άλλωστε, δεν ισοδυναμεί με υπολογισμό της ετήσιας παραγωγής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η διατήρηση τμήματος της αρχικής κεραμοσκεπής.
Στη συνοπτική παρουσίαση της ανακάλυψης, ο Ντοντ επισημαίνει ότι σώζονται δεξαμενές, εξοπλισμός πίεσης και άλεσης, καθώς και μέρος της στέγασης – ένα σπάνιο στοιχείο για αρχαίο ρωμαϊκό κτήριο. Για τον ίδιο, η επανάχρηση των εγκαταστάσεων φανερώνει την ικανότητα των τοπικών κοινωνιών να προσαρμόζονται, αξιοποιώντας όσα είχαν στη διάθεσή τους για νέες οικονομικές δραστηριότητες.
Η εικόνα εμπλουτίζεται από τις υπόλοιπες ανακαλύψεις στο Μικρό Λουτρό. Η Ροντρίγκεζ περιγράφει κεραμικό κλίβανο κοντά στο διάδρομο της εισόδου και κλίβανο υαλουργίας που εντοπίστηκε το 2024 στους νότιους χώρους. Κατά την περίοδο του 2025, η ομάδα διερεύνησε περαιτέρω αυτή την πλευρά και αποκάλυψε μικρούς κλιβάνους που φαίνεται να κατασκευάστηκαν διαδοχικά. Κάθε νέα τομή προσθέτει στοιχεία για τις παραγωγικές φάσεις του συγκροτήματος και τις μεταβολές τους στο χρόνο.

Ανάλογες μετατροπές είχαν καταγραφεί και σε άλλο λουτρικό συγκρότημα της Αντιόχειας. Ήδη το 2017, το Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα ανακοίνωνε ότι η ανασκαφική ομάδα του Μάικλ Χοφ είχε αποκαλύψει τρεις ακόμη κεραμικούς κλιβάνους, ανεβάζοντας τότε τον αριθμό τους σε έξι, μαζί με εργαστήριο υαλουργίας. Τα ευρήματα έδειχναν πως χώροι της παλιάς δημόσιας αρχιτεκτονικής είχαν ενταχθεί στην παραγωγική ζωή της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής πόλης.
Ο Χοφ υπογράμμιζε τότε και τη σημασία της κεραμικής για την κατανόηση του εμπορίου: τα αγγεία βοηθούν τους αρχαιολόγους να διερευνήσουν τι παραγόταν, τι διακινούνταν και ποιες οικονομικές σχέσεις συνέδεαν έναν τόπο με άλλους.
Η νέα εγκατάσταση κρασιού και λαδιού προσθέτει έτσι ένα ακόμη κομμάτι στην εικόνα μιας πόλης με δραστηριότητες που πιθανότατα ξεπερνούσαν την κάλυψη των τοπικών αναγκών. Ο Ντοντ συνδέει το εύρημα με τις υπάρχουσες υποθέσεις για παραγωγή προσανατολισμένη και στις εξαγωγές.
Πίσω από τον εξοπλισμό, όμως, βρίσκονται και οι άνθρωποι που τον χρησιμοποιούσαν. Η αρχαιολόγος Σάρα «Τζίτζι» Κονέκι-Μπραζίλ, περιγράφοντας τη δική της εργασία στο Μικρό Λουτρό, αναφέρεται σε έναν χώρο που μετατράπηκε αργότερα σε αποθέτη. Από εκεί προέκυψαν κατάλοιπα παραγωγής, προσωπικά αντικείμενα και στοιχεία για τη διατροφή και την εκτροφή ζώων – όσα οι παλιοί κάτοικοι πετούσαν δίνουν σήμερα πληροφορίες για τον τρόπο που εργάζονταν και ζούσαν.

















