Το καλοκαίρι του 1924, η Δέσποινα Μουστάνη, το γένος Μπιμπέλα, έφτανε στο λιμάνι του Βόλου κρατώντας από το χέρι τα επτά της παιδιά και κουβαλώντας στις αποσκευές της πολύ πόνο. Η δολοφονία του συζύγου της στο Αϊβαλί ήταν ακόμα νωπή ενώ είχε χάσει το βιό της.
Γεννημένη το 1880 στις Κυδωνίες του ομώνυμου καζά στο σαντζάκι της Σμύρνης, είδε την ευημερούσα οικογενειακή της ζωή να διαλύεται βίαια όταν ο κτηματίας σύζυγός της Ευάγγελος, δολοφονήθηκε από Τούρκο λίγο πριν από την αναχώρησή τους για την Ελλάδα.
Χήρα πλέον, θυμήθηκε έναν ναύτη του Βασιλικού Ναυτικού από το Καραμπάσι (Άγιος Βλάσιος) του Πηλίου που είχε γνωρίσει η οικογένεια –ένα τυχαίο πρόσωπο που έμελλε να γίνει ο πυξίδα της για την εγκατάσταση στην Ελλάδα.
Από το Αϊβαλί στη Μυτιλήνη και μετά στο Πήλιο
Μετά από μια σύντομη στάση στη Μυτιλήνη –όπου ο μεγαλύτερος γιος της αποφάσισε να παραμείνει για να καταταγεί στη Χωροφυλακή– η Δέσποινα ανηφόρισε στο Καραμπάσι του Πηλίου αναζητώντας το μοναδικό σημείο επαφής που διέθετε στην ηπειρωτική χώρα. Εκεί, η οικογένεια ρίχτηκε αμέσως στη μάχη της επιβίωσης.

Η Δέσποινα εργάστηκε ως υπηρέτρια στο σπίτι του γιατρού του χωριού. Οι πέντε κόρες της συνεισέφεραν στο πενιχρό εισόδημα κεντώντας και πλέκοντας επί παραγγελία. Ο μικρότερος γιος της, ο Γιώργος, μόλις 12 ετών τότε, βγήκε στο μεροκάματο δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια.
Η δήλωση της περιουσίας
Ένα χρόνο μετά την άφιξή της, στις 13 Ιουνίου 1925, η Δέσποινα συμπλήρωσε τη δήλωση εκκαθάρισης προς τη Μικτή Επιτροπή επί της Ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών, καταγράφοντας λεπτομερώς όσα αναγκάστηκε να αφήσει πίσω της στο Αϊβαλί.

Στην ακίνητη περιουσία της περιλαμβάνονταν η οικία της στη συνοικία της Αγίας Τριάδας –αποτελούμενη από έξι δωμάτια και αυλή–, ένα αμπέλη 12 στρεμμάτων στη θέση «Τατλίου», ένα κατάστημα στο χωριό Αγιασμάτ, καθώς και ένα χωράφι 40 στρεμμάτων με σιτηρά και όσπρια στη θέση «Μακαρονία».

Τα τρία πρώτα ακίνητα αποτελούσαν προικώα της περιουσία, ενώ το τελευταίο χωράφι της το είχε μεταβιβάσει ο σύζυγός της πριν από τον θάνατό του.
Όπως συνέβη με την συντριπτική πλειονότητα των προσφύγων, οι τίτλοι ιδιοκτησίας και τα αποδεικτικά έγγραφα παρέμειναν «πίσω» κατά τη βίαιη αναχώρηση.
Στην κινητή της περιουσία κατέγραψε την αξία των επίπλων και των σκευών, τις προίκες των θυγατέρων της, το αποθηκευμένο σιτάρι, αλλά και τα ζώα της οικογένειας: 55 πρόβατα, 6 βόδια και 7 άλογα.

Η ίδια εκτίμησε την ακίνητη περιουσία της σε 1.080 χρυσές λίρες Τουρκίας και την κινητή σε 360, φτάνοντας το συνολικό ποσό των 1.440 λιρών. Η Εκτιμητική Επιτροπή της Διεύθυνσης Ανταλλαγής του Υπουργείου Γεωργίας έκρινε το ποσό υπερβολικό και της επιδίκασε τελικά 817 λίρες.

Αν και εμφανίζεται να έλαβε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 30 ομολογίες που της επέτρεψαν να αποκτήσει στέγη, οι οικογενειακές διηγήσεις αναφέρουν πως η ίδια δεν παρέλαβε ποτέ τις ομολογίες που πραγματικά της αναλογούσαν.
Η εγκατάσταση στη Νέα Ιωνία
Οι τρεις μεγαλύτερες κόρες της αποκαταστάθηκαν γρήγορα, παντρευόμενες εμπόρους που διατηρούσαν επαγγελματικές σχέσεις με το Πήλιο, και εγκαταστάθηκαν οι δύο στη Θεσσαλονίκη και η τρίτη στην Ελασσόνα.
Από το 1927, η νέα μόνιμη κατοικία της Δέσποινας ήταν στον προσφυγικό συνοικισμό της Νέας Ιωνίας Βόλου, στο Τετράγωνο Δ αρ. 4, στην οδό Μακεδονίας, δίπλα στον ναό της Ευαγγελίστριας.
Εκεί εγκαταστάθηκε με τις μικρότερες κόρες της και τον γιο της τον Γιώργο, ο οποίος εργάστηκε ως χτίστης και δημιούργησε τη δική του οικογένεια στο ίδιο τετράγωνο.
Στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, η γη του Πηλίου αποδείχθηκε ξανά σανίδα σωτηρίας. Η Δέσποινα διένυε πολλές φορές με τα πόδια την απόσταση από τη Νέα Ιωνία έως το Καραμπάσι, ζητώντας στήριξη στις παλιές της φιλίες. Συνήθιζε να λέει με ευγνωμοσύνη πως «το χωριό τους έσωσε από την πείνα».
Η Δέσποινα Μουστάνη αξιώθηκε να ζήσει μια γεμάτη ζωή, να δει τα παιδιά της να προκόβουν και να γνωρίσει δισέγγονα. Έφυγε από τη ζωή το 1972, σε ηλικία 92 ετών.
Παρά το βαθύ γήρας και τις αναμνήσεις της νιότης της, στο Αϊβαλί δεν θέλησε να επιστρέψει ποτέ. Προτίμησε να κρατήσει στη μνήμη της την πατρίδα όπως την άφησε, σφραγίζοντας με τη σιωπή της το τραύμα του ξεριζωμού.

















