Έφυγε από τη ζωή, χθες, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, η Ελένη Προκοπίου σε ηλικία 87 ετών. Για περισσότερο από μία δεκαετία, στα πρώτα της βήματα στον καλλιτεχνικό χώρο ασχολήθηκε με τον χορό, το θέατρο και τον κινηματογράφο και σφράγισε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή. Είχε την κίνηση μιας χορεύτριας, τη λάμψη μιας πρωταγωνίστριας και εκείνη τη σπάνια κινηματογραφική παρουσία που δεν χρειαζόταν πολλά για να τραβήξει το βλέμμα. Κι όμως, όταν ήρθε η στιγμή να επιλέξει ανάμεσα στην καλλιτεχνική ζωή και την οικογένειά της, δεν δίστασε να φύγει.
Η Ελένη Προκοπίου άφησε πίσω της μια διαδρομή που μπορεί να μην κράτησε όσο θα περίμενε κανείς από μια πρωταγωνίστρια της εποχής, όμως πρόλαβε να χαράξει τη δική της θέση στη μνήμη του ελληνικού κινηματογράφου.
Ένα κορίτσι που μεγάλωσε με τον χορό
Γεννημένη στην Αθήνα, σε οικογένεια με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, η Ελένη Προκοπίου γνώρισε από πολύ μικρή ηλικία τον κόσμο της τέχνης. Στα έξι της χρόνια βρέθηκε στη σχολή χορού της Λουκίας Σακελλαρίου-Κωτσοπούλου, όπου άρχισε να καλλιεργεί ένα ταλέντο που σύντομα θα γινόταν το διαβατήριό της για τη σκηνή.
Στα χρόνια εκείνα συναντήθηκε και με τη Μάρθα Καραγιάννη. Οι δύο τους, ακόμη παιδιά, συμμετείχαν σε παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πειθαρχία του χορού συναντούσε τη λάμψη του θεάματος.
Η σκηνή δεν άργησε να γίνει ο φυσικός της χώρος. Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν ακόμη ήταν έφηβη. Ακολούθησαν auditions, παραστάσεις και συνεργασίες, μέχρι τη στιγμή που ο Μανώλης Καστρινός τής εμπιστεύτηκε έναν συνεργάτη που θα σημάδευε καθοριστικά την πορεία της: τον Βαγγέλη Σειληνό.
Η συνάντησή τους δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική συνεργασία. Για αρκετά χρόνια αποτέλεσαν ένα από τα χαρακτηριστικά χορευτικά ζευγάρια του ελληνικού θεάματος, με την ενέργεια και τη σκηνική τους χημεία να μεταφέρονται από το θέατρο στον κινηματογράφο.
Μαζί εμφανίστηκαν σε επιθεωρήσεις και μουσικές παραστάσεις, με κορυφαία στιγμή τη συμμετοχή τους στην Όμορφη Πόλη, την παράσταση του Μιχάλη Κακογιάννη με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, το καλοκαίρι του 1962.
Η Ελένη Προκοπίου δεν περιορίστηκε όμως μόνο στον ρόλο της χορεύτριας. Είχε ήδη αρχίσει να ανοίγει τον δρόμο προς την υποκριτική και να αποδεικνύει ότι μπορούσε να σταθεί μπροστά στην κάμερα όχι μόνο με το σώμα και την κίνησή της, αλλά και με την παρουσία της.
Από τον χορό στη μεγάλη οθόνη
Ο κινηματογράφος την υποδέχθηκε αρχικά ως χορεύτρια. Το 1960 έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Ραντεβού της Κυριακής και ακολούθησαν συμμετοχές σε ταινίες όπως η Αθήνα τη Νύχτα και η Προδομένη Αγάπη.
Το 1963, όμως, ήρθε ο ρόλος που θα έδινε διαφορετική διάσταση στην καριέρα της. Ο Νίκος Κούνδουρος την επέλεξε για τις Μικρές Αφροδίτες, μια ταινία που ταξίδεψε εκτός Ελλάδας και απέκτησε διεθνή αναγνώριση.
Από εκεί και μετά, η Ελένη Προκοπίου πέρασε οριστικά από την ιδιότητα της χορεύτριας σε εκείνη της ηθοποιού. Στο Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης υποδύθηκε τη Γκιουλινάρ, ενώ ακολούθησαν το Πρόσωπο της Ημέρας και το Ραντεβού στον Αέρα.
Το 1966 ήταν μια από τις πιο έντονες χρονιές της. Συνεργάστηκε με τη Φίνος Φιλμ και εμφανίστηκε σε τρεις από τις χαρακτηριστικές παραγωγές της εκτός από το Ραντεβού στον Αέρα. Ήταν το Παράνομοι Πόθοι, Οι Κυρίες της Αυλής και Πέντε Χιλιάδες Ψέμματα. Η παρουσία της στο Ραντεβού στον Αέρα ανέδειξε με ιδιαίτερο τρόπο τον συνδυασμό υποκριτικής και χορευτικής της ικανότητας, ενώ στις Κυρίες της Αυλής χάρισε μία από τις σκηνές που έμειναν στη μνήμη του κοινού.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Ελένη Προκοπίου συνέχισε να εργάζεται στον κινηματογράφο, συναντώντας στην οθόνη πρόσωπα που σημάδεψαν την ελληνική κωμωδία και το λαϊκό σινεμά. Ανάμεσα στους παρτενέρ της βρέθηκε και ο Γιώργος Πάντζας, με τον οποίο συμπρωταγωνίστησε σε αρκετές ταινίες.
Δεν ήταν όμως μόνο η κινηματογραφική της πορεία που είχε αφήσει ίχνη. Το θέατρο παρέμενε ένας δεύτερος μεγάλος σταθμός της ζωής της.
Η αυλαία έπεσε νωρίς
Η τελευταία θεατρική της εμφάνιση ήρθε το 1971, στο Κοροϊδάκι της Πριγκιπέσσας. Έναν χρόνο αργότερα έκανε την τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση στην ομώνυμη ταινία. Και ύστερα ήρθε η σιωπή.
Η Ελένη Προκοπίου αποσύρθηκε από την καλλιτεχνική ζωή σε ηλικία που άλλοι θα θεωρούσαν πως η καριέρα τους μόλις άρχιζε να ωριμάζει. Δεν ακολούθησε τη διαδρομή της συνεχούς παρουσίας, των συνεντεύξεων και της δημοσιότητας. Επέλεξε μια άλλη ζωή, μακριά από τις κάμερες, δίνοντας προτεραιότητα στην οικογένειά της.
Αυτό ακριβώς έκανε και την απουσία της τόσο χαρακτηριστική. Η εικόνα της έμεινε δεμένη με μια συγκεκριμένη κινηματογραφική εποχή, σαν ένα καρέ που σταμάτησε πριν προλάβει να ξεθωριάσει.

Μια επιστροφή ύστερα από 52 χρόνια
Για δεκαετίες, η Ελένη Προκοπίου παρέμεινε μακριά από τη σκηνή. Μέχρι που, τον Μάρτιο του 2024, συνέβη κάτι που έμοιαζε σχεδόν σαν να κλείνει ένας κύκλος.
Επέστρεψε στο θέατρο ύστερα από 52 χρόνια, όχι με φυσική παρουσία επί σκηνής, αλλά χαρίζοντας τη φωνή της στον μονόλογο Το κορίτσι μου, στο Θέατρο Αμαλία. Η επιστροφή αυτή είχε και μια βαθιά προσωπική διάσταση, καθώς στην παράσταση συμμετείχε και η εγγονή της. Έτσι, η φωνή της ακούστηκε ξανά σε έναν θεατρικό χώρο, έστω και από απόσταση. Σαν ένας άνθρωπος που είχε αφήσει πίσω του τα φώτα να επέστρεφε για λίγο, όχι για να ξανακερδίσει τη δημοσιότητα, αλλά για να συναντήσει ξανά την τέχνη από την οποία είχε κάποτε αποχωρήσει. Η επιστροφή εκείνη είχε κάτι συμβολικό. Γιατί η Ελένη Προκοπίου δεν χρειάστηκε να ξαναγίνει πρωταγωνίστρια. Είχε ήδη υπάρξει.

Η μνήμη που έμεινε στην οθόνη
Η καριέρα της δεν ήταν από εκείνες που κράτησαν δεκαετίες. Ήταν όμως αρκετή για να αφήσει εικόνες που άντεξαν στον χρόνο: ένα διαπεραστικό «γατίσιο» βλέμμα στην οθόνη, μια χορευτική κίνηση, μια σκηνή από τις Κυρίες της Αυλής, η παρουσία στις Μικρές Αφροδίτες, τα μιούζικαλ και οι συνεργασίες με πρόσωπα που διαμόρφωσαν το ελληνικό θέαμα.
Η Ελένη Προκοπίου έζησε μια εποχή κατά την οποία το σινεμά, το θέατρο, η επιθεώρηση και ο χορός μπορούσαν να συναντηθούν πάνω στην ίδια σκηνή. Και εκείνη μπορούσε να κινείται από το ένα στο άλλο με φυσικότητα. Έφυγε έχοντας αφήσει πίσω της 23 κινηματογραφικές συμμετοχές και μια πορεία που ολοκληρώθηκε πολύ νωρίτερα από όσο θα περίμενε κανείς. Ίσως όμως αυτό να είναι και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ιστορίας της: η Ελένη Προκοπίου δεν χρειάστηκε μια ζωή ολόκληρη μπροστά στους προβολείς για να μείνει στη μνήμη. Μπήκε στον κόσμο του θεάματος μέσα από τον χορό, περπάτησε από τη σκηνή στη μεγάλη οθόνη, στάθηκε δίπλα σε σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής της και, όταν αισθάνθηκε πως είχε έρθει η ώρα, έφυγε αθόρυβα προς μια διαφορετική ζωή. Και όταν, μισό και πλέον αιώνα αργότερα, ακούστηκε ξανά η φωνή της από μια θεατρική σκηνή, ήταν σαν να άνοιξε για λίγο η παλιά αυλαία. Μόνο που αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν να χορέψει. Αρκούσε που ήταν ξανά εκεί.

















