Τα γεφύρια δεν υπήρξαν ποτέ για τον παραδοσιακό άνθρωπο απλώς τεχνικά έργα. Ένωναν δύο όχθες, επέτρεπαν την επικοινωνία, το εμπόριο και τη μετακίνηση, αλλά ταυτόχρονα προκαλούσαν δέος. Η οικοδόμηση ενός μεγάλου έργου επάνω από ένα ποτάμι, η αντιπαράθεση δηλαδή του ανθρώπινου τεχνήματος με τις δυνάμεις της φύσης, μπορούσε εύκολα να γεννήσει μύθους για υπερφυσικές δυνάμεις που αντιστέκονταν στην κατασκευή του.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο δοξασιών γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους κύκλους τραγουδιών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, το τραγούδι της «εντοιχισμένης» γυναίκας.
Στον ελληνικό χώρο η γνωστότερη μορφή του είναι η παραλογή «Του γιοφυριού της Άρτας». Δίπλα της όμως υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποντιακή εκδοχή, το «Τη Τρίχας το γεφύριν», η οποία δεν αποτελεί απλή γλωσσική μεταφορά του ίδιου τραγουδιού στην ποντιακή διάλεκτο. Διατηρεί τον κοινό μυθικό πυρήνα, αλλά αναδιαμορφώνει πρόσωπα, κίνητρα και δραματικές καταστάσεις.
Ακριβώς αυτή η μεταβολή είναι που κάνει τη συγκριτική ανάγνωση των δύο παραλλαγών τόσο γόνιμη.
Ένα τραγούδι με εκατοντάδες παραλλαγές
Το «Γεφύρι της Άρτας» ανήκει στις παραλογές, τα πολύστιχα αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια με έντονο δραματικό χαρακτήρα και συχνά με υπερφυσικό περιεχόμενο. Ο κύκλος του τραγουδιού είναι τεράστιος. Η έρευνα έχει καταγράψει παραλλαγές σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο και αντίστοιχες παραδόσεις σε πολλούς λαούς των Βαλκανίων. Η διδακτορική μελέτη του Λάμπρου Ευθυμίου εξέτασε 112 ηχογραφημένες παραλλαγές για την περίοδο από το 1959 έως το 2012 και επισημαίνει ότι στον ελληνικό χώρο δύο από τους κυριότερους τίτλους του τραγουδιού είναι ακριβώς «Της Άρτας το γεφύρι» και «Τη Τρίχας το γεφύριν».
Ο βασικός αφηγηματικός πυρήνας είναι γνωστός. Ένα γεφύρι χτίζεται την ημέρα και καταστρέφεται τη νύχτα. Η ανθρώπινη τεχνική αποδεικνύεται ανίσχυρη. Για να στεριώσει το έργο απαιτείται θυσία. Και το θύμα είναι γυναίκα, συνήθως η γυναίκα του πρωτομάστορα.
Η παράδοση της θεμελιακής θυσίας δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Ανάλογα μοτίβα απαντούν στο σερβικό τραγούδι για το Σκούταρι, στη ρουμανική παράδοση του μάστορα Manole και σε πολλές άλλες παραδόσεις της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει εξετάσει το τραγούδι όχι μόνο ως κατάλοιπο αρχαίων δοξασιών αλλά και ως κείμενο γύρω από την εξουσία, την οικογένεια, το φύλο, το γάμο και την ανθρώπινη θυσία.
Πού βρίσκεται «της Τρίχας το γεφύρι»;
Η ποντιακή παράδοση συνδέει το γεφύρι της Τρίχας με την περιοχή της Τραπεζούντας και τον ποταμό Πυξίτη. Ωστόσο η ίδια η έρευνα επιβάλλει κάποια επιφύλαξη. Ο τίτλος «Της Τρίχας το γεφύρι» απαντά και σε παραλλαγές έξω από τον Πόντο – στη Μικρά Ασία, στη Θράκη, στα νησιά του Αιγαίου και στην Κύπρο. Έτσι δεν είναι πάντοτε δυνατό να θεωρήσουμε ότι ο όρος προσδιορίζει ένα και μοναδικό ιστορικό κτίσμα.

Ο Γεώργιος Μέγας είχε προτείνει ότι η ονομασία μπορεί να δηλώνει ένα γεφύρι τόσο λεπτό και επισφαλές όσο μια τρίχα. Παράλληλα, ο Νικόλαος Πολίτης συσχέτιζε το «τρίχινο γεφύρι» με παλαιότερες δοξασίες για το πέρασμα των ψυχών στον Κάτω Κόσμο, ένα επικίνδυνο πέρασμα από το οποίο η ψυχή κινδυνεύει να πέσει και να χαθεί.
Η ερμηνεία αυτή προσδίδει στην ονομασία μια βαθύτερη συμβολική διάσταση. Το γεφύρι γίνεται όριο ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.
Και αυτό ακριβώς είναι στην ποντιακή παραλλαγή. Ένα πέρασμα που για να υπάρξει απαιτεί έναν θάνατο.
Το κοινό ξεκίνημα και μια πρώτη ουσιαστική διαφορά
Στην περισσότερο γνωστή νεοελληνική παραλλαγή:
Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Στην ποντιακή εκδοχή ο αριθμός αποκτά σχεδόν επικό μέγεθος:
Ακεί πέραν ’ς σο Δρακολίμν’, ’ς ση Τρίχας το γεφύριν,
χίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν και μύριοι μαθητάδες.
Και στις δύο παραλλαγές ακολουθεί το ίδιο αδιέξοδο. Ό,τι οικοδομείται την ημέρα, καταστρέφεται τη νύχτα.
Στην ηπειρώτικη όμως παραλλαγή μάστοροι και μαθητάδες συμμετέχουν στην ίδια απελπισία. Στην ποντιακή συμβαίνει κάτι διαφορετικό:
Οι μάστοροι εχαίρουσαν, θε να πλεθύν’ η ρόγα,
οι μαθητάδες έκλαιγαν, τσι κουβαλεί λιθάρια;
Εδώ εμφανίζεται ξαφνικά ένα σχεδόν κοινωνικό σχόλιο. Οι μάστορες χαίρονται επειδή η παράταση του έργου σημαίνει περισσότερη αμοιβή, ρόγα, ενώ οι μαθητευόμενοι θρηνούν, γιατί αυτοί σηκώνουν τις πέτρες.
Μέσα σε δύο μόλις στίχους η ποντιακή παραλλαγή σπάει την ομοιομορφία του εργατικού συνόλου και παρουσιάζει δύο διαφορετικές οπτικές πάνω στο ίδιο γεγονός. Η οικονομία του δημοτικού λόγου είναι αξιοθαύμαστη. Χωρίς περιγραφή και χωρίς σχόλιο προβάλλονται η κοινωνική θέση, το προσωπικό συμφέρον και το σωματικό βάρος της εργασίας.
Ο Πόντιος πρωτομάστορας διαπραγματεύεται
Η σημαντικότερη ίσως διαφοροποίηση βρίσκεται στον ίδιο τον πρωτομάστορα. Στην κοινή νεοελληνική παραλλαγή ένα πουλί αποκαλύπτει τη βούληση του υπερφυσικού:
Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει…
και το θύμα έχει ήδη ουσιαστικά οριστεί. Είναι η γυναίκα του πρωτομάστορα.
Στην ποντιακή παραλλαγή, αντίθετα, δημιουργείται διάλογος και διαπραγμάτευση. Μια υπερφυσική δύναμη ρωτά διαδοχικά τον πρωτομάστορα τι είναι πρόθυμος να δώσει για να στεριώσει το γεφύρι.
Πατέρα; Δεν έχει άλλον.
Μητέρα; Δεν έχει άλλη.
Αδέλφια; Δεν έχει άλλα.
Παιδιά; Δεν έχει άλλα.
Ώσπου φτάνει στη γυναίκα:
Αν δίγω σε την κάλη μου, καλύτερον ευρήκω!
Ο στίχος είναι σκληρός, σχεδόν απάνθρωπος. Στην επιφάνεια παρουσιάζει τη γυναίκα ως το μόνο μέλος της οικογένειας που θεωρείται αντικαταστάσιμο.
Δεν είναι όμως απαραίτητα τόσο απλή η ερμηνεία του.
Ο πρωτομάστορας της ποντιακής παραλλαγής είναι δραματικό πρόσωπο ακριβώς επειδή αυτός επιλέγει. Δεν πληροφορείται απλώς μια αναπότρεπτη μοίρα. Συμμετέχει στη διαπραγμάτευση και αναλαμβάνει το βάρος της απόφασης. Η ωμότητα της φράσης «καλύτερον ευρήκω» μπορεί να λειτουργεί και ως σκληρή αυτοπειθαρχία. Το συναίσθημα αποκρύπτεται ώστε να καταστεί δυνατή η θυσία.
Εδώ ο πρωτομάστορας αποκτά διαφορετικό τραγικό βάρος. Δεν είναι μόνο θύμα της μοίρας. Γίνεται ταυτόχρονα θύμα και αυτουργός.
Το πουλί και η ειδοποίηση της γυναίκας
Στο «Γεφύρι της Άρτας» ο πρωτομάστορας επιχειρεί να καθυστερήσει την άφιξη της γυναίκας του. Παραγγέλλει μέσω του πουλιού να ντυθεί και να έρθει αργά. Το πουλί όμως αντιστρέφει την εντολή και της μεταφέρει να σπεύσει.
Η ποντιακή παραλλαγή είναι πολύ διαφορετική. Ο πρωτομάστορας την καλεί ο ίδιος να έρθει γρήγορα.
Έτσι αφαιρείται ένας ενδιάμεσος μηχανισμός που στην ηπειρώτικη εκδοχή επιτρέπει στον ήρωα να εκδηλώσει έμμεσα την αγάπη και τον δισταγμό του. Στην ποντιακή μορφή η δραματικότητα γίνεται περισσότερο άμεση και σκληρή. Η εντολή προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο που έχει συμφωνήσει στη θυσία.
Και όμως η γυναίκα δεν εμφανίζεται αμέσως. Προβάλλεται μέσα στην καθημερινότητά της: το παιδί, το νοικοκυριό, τα ζώα, οι υποχρεώσεις. Στους στίχους εμφανίζεται ο Γιάννες, που δεν έχει ακόμη λουστεί και μπει στην κούνια, τα ζώα που δεν έχουν αρμεχτεί και τα μοσχάρια που δεν έχουν ταϊστεί.
Με αυτόν τον τρόπο η ποντιακή παραλλαγή πετυχαίνει κάτι εξαιρετικά δυνατό. Πριν οδηγήσει τη γυναίκα στον θάνατο, την παρουσιάζει μέσα στη ζωή.
Δεν είναι απλώς «η γυναίκα του πρωτομάστορα». Είναι μητέρα και γυναίκα ενός νοικοκυριού, με συγκεκριμένες ευθύνες και ανθρώπινους δεσμούς.
Το δαχτυλίδι: Ίδιο τέχνασμα, διαφορετική ευθύνη
Και στις δύο παραλλαγές χρησιμοποιείται το γνωστό τέχνασμα του χαμένου δαχτυλιδιού, ώστε η γυναίκα να κατεβεί στα θεμέλια. Στην ηπειρώτικη εκδοχή εκείνη προσφέρεται να κατεβεί και να το αναζητήσει. Στην ποντιακή, όμως, ο ίδιος ο πρωτομάστορας της λέει:
Κάλη μ’, ακεί ’ς σο Δρακολίμν’ έρουξεν το δαχτυλίδι μ’…
Η μεταβολή δεν είναι ασήμαντη. Στην ποντιακή εκδοχή αφαιρείται ακόμη μία απόσταση ανάμεσα στον πρωτομάστορα και στην πράξη. Δεν κρύβεται πίσω από τους μαθητάδες ούτε αφήνει τη μοίρα να ολοκληρώσει μόνη της το έργο. Αυτός οδηγεί τη γυναίκα προς τη θυσία.
Το δαχτυλίδι, παράλληλα, είναι σύμβολο εξαιρετικά πρόσφορο για την αφηγηματική στιγμή. Είναι το σημάδι της ένωσης του ζευγαριού και γίνεται το αντικείμενο που οδηγεί στη διάλυσή του. Εκείνο που συμβολίζει τον δεσμό γίνεται το μέσο της οριστικής απώλειας.
Η γυναίκα γνωρίζει
Εδώ βρίσκεται μια ακόμη βαθιά διαφοροποίηση της ποντιακής παραλλαγής. Η γυναίκα δεν παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αφελές θύμα. Η γνώση του επικείμενου θανάτου της είναι πολύ εντονότερη και η κάθοδός της αποκτά χαρακτήρα τελετουργικό:
Πέντε οργέας κατηβαίν’ και με την τραγωδίαν,
κι άλλα πέντε ξάν’ κατηβαίν’ με τη μοιρολογίαν.
Κατεβαίνει τραγουδώντας και στη συνέχεια μοιρολογώντας.
Ο ίδιος ο χώρος μετατρέπεται έτσι σε τάφο πριν ακόμη ολοκληρωθεί η θυσία. Το τραγούδι μεταπίπτει σε μοιρολόι και η γυναίκα γίνεται ταυτόχρονα το θύμα και η φωνή που θρηνεί το ίδιο της το τέλος. Αυτό είναι ίσως ένα από τα ωραιότερα δραματουργικά στοιχεία της ποντιακής παραλλαγής.
Η μάνα πριν από τη γυναίκα
Όταν η γυναίκα αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει επιστροφή, η ποντιακή παραλλαγή προσθέτει μια λεπτομέρεια εξαιρετικής συγκινησιακής δύναμης:
Κι άρ’ ’κί πονώ τα κάλλια μου κι άρ’ ’κί πονώ τη νέτε μ’,
πονώ και κλαίω το πουλί μ’, ντ’ εφέκα κοιμισμένον.
Δεν θρηνεί πρωτίστως τα νιάτα ή την ομορφιά της. Θρηνεί το παιδί που άφησε κοιμισμένο.
Εδώ το μητρικό φίλτρο αλλάζει ολόκληρη τη συναισθηματική προοπτική. Η θυσιαζόμενη γυναίκα παύει να είναι αφηρημένη «λυγερή» και αποκτά μία ιδιαίτερα συγκεκριμένη ταυτότητα. Είναι η μητέρα που πεθαίνει έχοντας αφήσει πίσω της ένα παιδί.
Η λεπτομέρεια αυτή ίσως εξηγεί και γιατί η ποντιακή παραλλαγή συγκινεί τόσο βαθιά παρά τη φαινομενική σκληρότητα του πρωτομάστορα. Όσο σκληρότερη είναι η στάση του άνδρα, τόσο εντονότερα φωτίζεται η ανθρώπινη πλευρά της γυναίκας.
Η κατάρα, το μοναδικό όπλο του αδύναμου
Στη στιγμή της θυσίας η γυναίκα δεν διαθέτει καμία πραγματική δύναμη απέναντι στους άνδρες που την εγκλείουν στο γεφύρι.
Της απομένει όμως ο λόγος. Και ο λόγος γίνεται κατάρα.
Στην ηπειρώτικη παραλλαγή εύχεται το γεφύρι να τρέμει και οι διαβάτες να πέφτουν. Στην ποντιακή η κατάρα γίνεται σχεδόν σωματική:
Πώς τρομάζ’νε τα γόνατα μ’, να τρομάζ’ το γεφύρι σ’
κι άμον ντο σείουν τα μαλλία μ’, να σείουν οι διαβάτοι
κι άμον ντο τρέχ’νε τα δάκρυα μ’, να τρέχει το ποτάμι.
Το σώμα της γυναίκας γίνεται μέτρο του κόσμου. Τα γόνατά της αντιστοιχούν στο γεφύρι. Τα μαλλιά της στους διαβάτες. Τα δάκρυά της στο ποτάμι.
Η ποιητική δύναμη των στίχων βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν τη μετάβαση. Καθώς το σώμα της ενσωματώνεται κυριολεκτικά στο οικοδόμημα, τα μέλη και οι κινήσεις του σώματος μετατρέπονται ποιητικά σε ιδιότητες του γεφυριού.
Η κατάρα είναι η τελευταία μορφή εξουσίας που της έχει απομείνει.
Από την κατάρα στην ευχή
Ούτε όμως η κατάρα παραμένει αμετάκλητη. Στην ηπειρώτικη παραλλαγή η γυναίκα θυμάται τον ξενιτεμένο αδελφό της. Αν το γεφύρι σκοτώνει τους διαβάτες, μπορεί να σκοτώσει και εκείνον. Γι’ αυτό μεταστρέφει την κατάρα. Το ίδιο συμβαίνει και στην ποντιακή:
Ευχέθ’, καλή μ’, ευχέθ’, καλή μ’, ευχέθ’, μη καταράσαι,
αδέλφια έ’εις ’ς σην ξενιτειάν, έρχουνταν και διαβαίνε.
Και η κατάρα γίνεται ευχή:
Κι άμον ντο στέκ’ν’ τα γόνατα μ’, να στέκ’ και το γεφύρι
κι άμον ντο στέκ’νε τα μαλλία μ’, να στέκ’νε οι διαβάτοι
κι άμον ντο στέκ’νε τα δάκρυα μ’, να στέκει το ποτάμι.
Η αλλαγή είναι καίρια. Δεν είναι ο φόβος της γυναίκας για τον εαυτό της που σώζει το γεφύρι, αλλά η αγάπη για έναν δικό της άνθρωπο.
Το ίδιο συναίσθημα που προηγουμένως εμφανίστηκε ως μητρική αγάπη, επανέρχεται τώρα ως αδελφική. Έτσι το οικοδόμημα τελικά δεν στεριώνει μόνο πάνω σε μια ανθρώπινη θυσία. Στεριώνει, ποιητικά, πάνω στη μετατροπή της κατάρας σε ευχή μέσω της αγάπης.
Και η γλώσσα είναι μέρος της παραλλαγής
Η ποντιακή εκδοχή δεν έχει ενδιαφέρον μόνο επειδή αφηγείται διαφορετικά την ιστορία. Η ίδια η γλώσσα δημιουργεί ιδιαίτερο ποιητικό κόσμο. Λέξεις όπως κύρης, κάλη, πουλία, ρόγα, νουνίζω, οι ρηματικοί τύποι εχαλάουτον, εχαίρουσαν, ευρήκω, αλλά και η σύνταξη και ο ρυθμός της διαλέκτου δεν αποτελούν εξωτερικό ένδυμα ενός πανελλήνιου τραγουδιού.
Είναι μέρος της αισθητικής του φυσιογνωμίας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η μουσικοποιητική διάσταση. Καταγεγραμμένες ποντιακές παραλλαγές του «Τη Τρίχας το γεφύριν» ακολουθούν τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, ενώ κατά την εκτέλεση μπορεί να παρεμβάλλονται τσακίσματα που αναδιοργανώνουν μουσικά και ρυθμικά το στίχο. Σε καταγεγραμμένες εκτελέσεις το τραγούδι συνοδεύεται από την ποντιακή λύρα.
Άρα το τραγούδι δεν είναι απλώς κείμενο. Είναι λόγος, μουσική, ρυθμός και συλλογική εκτέλεση.
Είναι η ποντιακή παραλλαγή αρχαιότερη;
Η απουσία εμφανών χριστιανικών στοιχείων στην ποντιακή εκδοχή έχει οδηγήσει κατά καιρούς στην υπόθεση ότι μπορεί να διατηρεί παλαιότερη μορφή του μύθου. Ο Γεώργιος Μέγας, μελετώντας συνολικά τον κύκλο των παραλλαγών, τοποθετούσε τις απαρχές του τραγουδιού σε πολύ πρώιμη εποχή και προσπάθησε να προσδιορίσει τον γεωγραφικό και ιστορικό πυρήνα του.
Σήμερα, όμως, χρειάζεται μεγαλύτερη επιφύλαξη. Η προφορική παράδοση δεν εξελίσσεται με τρόπο που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε αυτομάτως αρχαιότερη την παραλλαγή που περιέχει λιγότερα νεότερα θρησκευτικά στοιχεία. Η νεότερη έρευνα έχει δείξει πόσο πολύπλοκη ήταν η διάδοση και η αλληλεπίδραση των παραλλαγών.
Αυτό δεν μειώνει στο ελάχιστο την αξία της ποντιακής εκδοχής.
Αντίθετα, μας επιτρέπει να τη μελετήσουμε όχι ως απλό κατάλοιπο μιας χαμένης αρχικής μορφής, αλλά ως αυτόνομη δημιουργική πραγμάτωση ενός πανάρχαιου αφηγηματικού μοτίβου που είναι διαδεδομένο σε όλα τα Βαλκάνια.
Δύο γεφύρια, δύο ποιητικοί κόσμοι
Το «Γεφύρι της Άρτας» και «Τη Τρίχας το γεφύριν» αφηγούνται φαινομενικά την ίδια ιστορία:
• Ένα έργο δεν στεριώνει.
• Απαιτείται ανθρώπινη ζωή.
• Η γυναίκα του πρωτομάστορα θυσιάζεται.
• Καταριέται το γεφύρι, και στο τέλος μετατρέπει την κατάρα της σε ευχή.
Αλλά ακριβώς μέσα στις αποκλίσεις των δύο κειμένων αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η δημοτική ποίηση.
Η προφορική παράδοση δεν αντιγράφει. Ξαναδημιουργεί.
Η ποντιακή παραλλαγή κάνει τον πρωτομάστορα πιο ενεργό και πιο σκληρό. Δίνει μεγαλύτερη θέση στη διαπραγμάτευση της θυσίας. Φέρνει στο προσκήνιο την καθημερινή ζωή της γυναίκας και κυρίως τη μητρότητά της. Της επιτρέπει να γνωρίζει περισσότερο, να τραγουδά και να μοιρολογεί κατά την κάθοδό της, και μετατρέπει το ίδιο της το σώμα σε ποιητική εικόνα του γεφυριού και του ποταμού.
Έτσι, το «Τη Τρίχας το γεφύριν» δεν είναι η ποντιακή μετάφραση του «Γεφυριού της Άρτας». Είναι μια άλλη ποιητική εκδοχή του ίδιου αρχετυπικού δράματος.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη του δημοτικού τραγουδιού. Ένας μύθος ταξιδεύει από τόπο σε τόπο, αλλά κάθε κοινότητα τον κάνει δικό της. Του δίνει τη γλώσσα της, τον ρυθμό της, τις κοινωνικές της εμπειρίες, τους φόβους της και τον δικό της τρόπο να κοιτάζει τη ζωή και το θάνατο.
Στην Ήπειρο έγινε της Άρτας το γεφύρι. Στον Πόντο έγινε τη Τρίχας το γεφύριν. Το γεφύρι άλλαξε τόπο και γλώσσα. Η ανθρώπινη αγωνία που το γέννησε έμεινε η ίδια.

















