Για αρκετούς νέους Ελληνοαυστραλούς η Ελλάδα δεν αρχίζει στο χάρτη, ούτε σε κάποια σχολική αφήγηση. Αρχίζει στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, στις λέξεις που ακούγονταν χωρίς πάντοτε να γίνονται κατανοητές, στα κυριακάτικα τραπέζια, στις φωτογραφίες και στις ιστορίες μιας πατρίδας που οι ίδιοι δεν γνώρισαν ποτέ ως τόπο μόνιμης ζωής.
Αυτή την ιδιαίτερη γεωγραφία της μνήμης εξετάζει νέα επιστημονική μελέτη για την τρίτη γενιά Ελληνοαυστραλών.
Τα ευρήματά της συναντούν ευθέως το ερώτημα που τέθηκε πριν από λίγες ημέρες στο Σίδνεϊ, κατά το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο για την Ελληνική Γλώσσα, τον Πολιτισμό και τα ΜΜΕ: Πώς μπορεί η ελληνική γλώσσα και ταυτότητα να περάσει «από τη μνήμη στο μέλλον», όταν οι γενιές που έφεραν μαζί τους τη ζωντανή εμπειρία της μετανάστευσης σταδιακά φεύγουν από τη ζωή;
Μια μικρή έρευνα με ένα μεγάλο ερώτημα
Η μελέτη με τίτλο «Forging Hybrid Subjectivities: The Presence of the Greek Diasporic Childhood in Adult Third Generation Greek Australians», των Παναγιώτας Ρωμιού και Teresa Capetola, δημοσιεύθηκε στο Journal of Intercultural Studies.
Οι ερευνήτριες πραγματοποίησαν, το 2021 και το 2022, αναλυτικές συνεντεύξεις με 15 Ελληνοαυστραλούς τρίτης γενιάς, ηλικίας από 20 έως 30 ετών, που ζουν στη Μελβούρνη. Πρόκειται για ένα μικρό και μορφωμένο δείγμα, το οποίο ασφαλώς δεν μπορεί να εκπροσωπήσει το σύνολο της πολυπληθούς ελληνικής ομογένειας της Αυστραλίας.
Μπορεί, όμως, να φωτίσει τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους διαμορφώνεται σήμερα η ελληνική ταυτότητα μακριά από την Ελλάδα.
Και το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνικότητα δεν εξαφανίζεται απαραιτήτως στην τρίτη γενιά. Αλλάζει φορείς, περιεχόμενο και τρόπο έκφρασης.
Οι παππούδες ως «ζωντανό αρχείο»
Για τους περισσότερους συμμετέχοντες, ο ισχυρότερος δεσμός με την ελληνική καταγωγή δεν ήταν κάποιος επίσημος θεσμός. Ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες.
Η πρώτη γενιά λειτουργεί ως ένα ζωντανό οικογενειακό αρχείο. Μεταφέρει ιστορίες μετανάστευσης, λέξεις, συνήθειες, γεύσεις, οικογενειακές αξίες και αναμνήσεις από τόπους που τα εγγόνια γνωρίζουν συνήθως μέσα από αφηγήσεις ή σύντομες επισκέψεις. Η ελληνική παιδική ηλικία της διασποράς δεν οικοδομείται μόνο μέσα από τη γλώσσα, αλλά μέσα από την καθημερινή παρουσία αυτών των ανθρώπων.
Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές διατυπώσεις της έρευνας, ένας νέος εξηγεί, σε ελεύθερη απόδοση: «Είμαι Έλληνας, αλλά η εθνικότητά μου είναι αυστραλιανή». Δεν βλέπει τις δύο ιδιότητες ως αντίφαση. Η καταγωγή είναι το οικογενειακό και συναισθηματικό του υπόβαθρο, ενώ η Αυστραλία είναι ο τόπος στον οποίο γεννήθηκε, μορφώθηκε και σχεδιάζει τη ζωή του.
Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι μεταδίδουν οι παππούδες στα εγγόνια τους. Είναι τι θα συμβεί όταν αυτή η άμεση ανθρώπινη γέφυρα πάψει να υπάρχει.
Η γλώσσα παραμένει σύνορο
Η γνώση των ελληνικών παρουσιάζεται άνιση. Ορισμένοι νέοι κατανοούν τη γλώσσα, άλλοι μπορούν να επικοινωνήσουν σε οικογενειακό επίπεδο και αρκετοί διαθέτουν περιορισμένη ευχέρεια. Παρ’ όλα αυτά, τα ελληνικά εξακολουθούν να έχουν μεγάλη συμβολική βαρύτητα.
Η αδυναμία κάποιου να μιλήσει καλά τη γλώσσα δεν ακυρώνει αυτομάτως το αίσθημα της ελληνικότητας. Αλλά μπορεί να προκαλέσει αμηχανία ή την αίσθηση ότι δεν είναι «αρκετά Έλληνας», ιδιαιτέρως όταν η γλωσσική επάρκεια χρησιμοποιείται από την ίδια την κοινότητα ως πιστοποιητικό αυθεντικότητας.
Εδώ η έρευνα συναντά όσα παρουσιάστηκαν στο συνέδριο του Σίδνεϊ. Όπως ανέδειξαν τα Σχολεία της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, δεν αρκεί τα ελληνικά να διδάσκονται ως ένα ακόμη μάθημα. Τα παιδιά χρειάζονται λόγους για να τα χρησιμοποιούν: στο θέατρο, στη μουσική, στις παρέες, στις οικογενειακές ιστορίες και στη ζωή της κοινότητας.
Η γλώσσα αντέχει όταν παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως καθήκον προς τους προγόνους και μετατρέπεται σε εργαλείο προσωπικής έκφρασης και συμμετοχής.
Από το βάρος στην επιλογή
Η εμπειρία της τρίτης γενιάς διαφέρει αισθητά από εκείνη των παιδιών των πρώτων μεταναστών. Η δεύτερη γενιά μεγάλωσε συχνά ανάμεσα στην πίεση της αφομοίωσης και στην απαίτηση της οικογένειας να διατηρήσει ακέραιη την ελληνικότητά της. Πολλοί βίωσαν το ρατσισμό, την απόρριψη ή την ανάγκη να αποδείξουν ότι ανήκουν στην αυστραλιανή κοινωνία.
Οι νεότεροι εμφανίζονται περισσότερο συμφιλιωμένοι με τη διπλή τους ταυτότητα.
Δεν αισθάνονται ότι πρέπει να επιλέξουν υποχρεωτικά ανάμεσα στο «Έλληνας» και το «Αυστραλός». Υιοθετούν στοιχεία της καταγωγής τους επιλεκτικά και συχνά με υπερηφάνεια.
Το φαγητό, οι οικογενειακές συγκεντρώσεις, η μουσική, ο χορός και οι αφηγήσεις των παππούδων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η ελληνικότητα γίνεται λιγότερο μια αυστηρή δέσμη υποχρεώσεων και περισσότερο μια συνειδητή επιλογή ταυτότητας.
Αυτή η ελευθερία όμως, έχει και μια εύθραυστη πλευρά: Ό,τι βασίζεται αποκλειστικά στο συναίσθημα μπορεί να εξασθενήσει όταν χαθεί η γενιά που το τροφοδοτούσε.
Η πίστη δεν έχει για όλους την ίδια θέση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση των νέων με τη θρησκεία. Για αρκετούς συμμετέχοντες η Ορθοδοξία παραμένει μέρος της οικογενειακής παράδοσης, χωρίς να αποτελεί αναγκαστικά κεντρικό στοιχείο της προσωπικής τους ταυτότητας. Ένας από αυτούς εκτιμά ότι «η θρησκεία θα είναι η πρώτη που θα χαθεί».
Η διαπίστωση αυτή συνομιλεί, αλλά και δημιουργεί έναν παραγωγικό αντίλογο, με την τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Μακαρίου στο συνέδριο του Σίδνεϊ. Για την οργανωμένη ομογένεια, Εκκλησία, γλώσσα, οικογένεια και μνήμη παραμένουν στενά συνδεδεμένες. Στην καθημερινή ζωή της τρίτης γενιάς, ωστόσο, οι δεσμοί αυτοί γίνονται περισσότερο προσωπικοί και λιγότερο αυτονόητοι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία παύει να έχει ρόλο. Παραμένει ένας από τους βασικούς χώρους συνάντησης, εκπαίδευσης και κοινοτικής ζωής. Η συμμετοχή, όμως, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη ή να εξασφαλίζεται μόνο μέσω της οικογενειακής υποχρέωσης.
Η Ελλάδα ως τόπος επίσκεψης, όχι επιστροφής
Οι πρώτοι μετανάστες έζησαν για δεκαετίες με το όνειρο της επιστροφής. Για τα εγγόνια τους αυτό το όνειρο έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από το ταξίδι.
Η Ελλάδα είναι ο τόπος των καλοκαιρινών διακοπών, του χωριού των παππούδων, των συγγενών και της αναζήτησης των οικογενειακών ριζών.
Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν παρουσίασε τη μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα ως άμεσο σχέδιο ζωής. Το κέντρο της καθημερινότητάς τους βρίσκεται στην Αυστραλία.
Η ελληνικότητά τους απομακρύνεται έτσι από την ιδέα μιας πατρίδας στην οποία κάποτε θα επιστρέψουν. Μετατρέπεται σε μια ταυτότητα που μπορεί να βιώνεται πλήρως στη Μελβούρνη ή στο Σίδνεϊ, χωρίς να απαιτεί μόνιμη φυσική παρουσία στην Ελλάδα.
Από τη μνήμη στο μέλλον
Η έρευνα δεν περιγράφει το τέλος της ελληνικής ταυτότητας στην Αυστραλία – περιγράφει τη μετάβασή της σε μια νέα φάση.
Η παρουσία του «Ποντοξενιτέα» στο συνέδριο έδειξε, για παράδειγμα, ότι η γλώσσα μπορεί να μεταδίδεται μαζί με τη μουσική, το χορό, τη διάλεκτο, τη φορεσιά και τη συλλογική εμπειρία. Δεν διασώζεται απομονωμένη από τη ζωή, αλλά μέσα σε ένα ολόκληρο πολιτισμικό οικοσύστημα.
Η μεγάλη πρόκληση για τις οργανώσεις, τα σχολεία και τους θεσμούς της ομογένειας δεν είναι να ελέγχουν ποιος είναι «αρκετά Έλληνας». Είναι να δημιουργούν χώρους στους οποίους οι νεότεροι θα μπορούν να ανήκουν, ακόμη και αν τα ελληνικά τους δεν είναι άψογα, η σχέση τους με την Εκκλησία είναι διαφορετική ή η Ελλάδα δεν αποτελεί τον τόπο όπου σκοπεύουν να ζήσουν.
Όταν φύγουν η γιαγιά και ο παππούς, η ελληνικότητα δεν χάνεται αναγκαστικά μαζί τους – αλλά παύει να μεταδίδεται αυτόματα.
Για να επιβιώσει, πρέπει η οικογενειακή μνήμη να γίνει γνώση, η νοσταλγία να γίνει συμμετοχή και η κληρονομιά να αποκτήσει θέση στη σύγχρονη ζωή.
Η τρίτη γενιά δεν είναι υποχρεωτικά η τελευταία. Μπορεί να είναι η πρώτη μιας καινούργιας εκδοχής του ελληνισμού της Αυστραλίας.

















