Πίσω από τις λέξεις του Μανώλη Χατζησάββα, πληροφορητή από το Αγιασολούκ της Μικράς Ασίας, κρύβεται ο σπαραγμός της ψυχής του. Από τις στάχτες της Σμύρνης και τα ερείπια της Πούντας μέχρι την ξενιτειά στην ίδια του την πατρίδα, η αφήγησή του στάζει τρόμο.
Γεννημένος στο Αγιασολούκ (συμπίπτει με την αρχαία Έφεσο), στις εκβολές του ποταμού Καΰστρου –ποταμός μήκους 114 χλμ, στην περιοχή της Ιωνίας, που εκβάλει στο Αιγαίο–, είχε μάθει να ζει σ’ έναν τόπο όπου Έλληνες και Τούρκοι συμβίωναν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και το μόνο βέβαιο ήταν πως δεν φανταζόταν όλα όσα επακολούθησαν.

Πριν από το 1922 στο χωριό, που εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Ηλιουπόλεως και Θείρων (Αϊδίνι), ζούσαν 800 Έλληνες και 200 Τούρκοι.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Όλα τ’ αφήσαμε και φύγαμε
Μέχρι τον Αύγουστο που φύγαμε στ’ Αγιασολούκ είχαμε ησυχία. Υπήρχε βέβαια πάντα στρατός –άλλα συντάγματα ερχόντουσαν, άλλα φεύγανε– αλλά φασαρίες εκεί μέσα δεν έγιναν.
Στ’ Αϊδίνι έγινε μεγάλο κακό· αρχές Ιουλίου νομίζω ήταν που έκαναν επίθεση οι Τούρκοι και το καταλάβανε. Ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει, συνταγματάρχης ήταν ο Ζεγκίνης. Ένα εικοσαήμερο το κρατήσανε οι Τούρκοι και μετά το ανακαταλάβανε οι δικοί μας. Στο εικοσαήμερο όμως αυτό έκαναν πολλές ζημιές· σφάξανε, ληστέψανε, δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Όσοι μπόρεσαν έφυγαν και πήγαν στα γύρω χωριά. Οι περισσότεροι όμως δεν προλάβανε να φύγουν από τ’ Αϊδίνι.
Με τη γενική υποχώρηση του στρατού αρχίσαμε να ξεσηκωνόμαστε κι εμείς. Τα τραίνα περνούσαν γεμάτα στρατιώτες και κόσμο. Όποιος προλάβαινε, από τους ενδιάμεσους σταθμούς έμπαινε και πήγαινε στη Σμύρνη. Ερχόταν από το Ντενιζλί το τραίνο, εκεί τερμάτιζε η γραμμή.
Όλος ο Κιρκιτζές κατέβηκε στ’ Αγιασολούκ. Τέλεια αναρχία επικρατούσε· ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Ήταν Αύγουστος μήνας μετά της Παναγίας, εποχή της σοδειάς· ο περισσότερος κόσμος βρισκότανε στα κτήματα. Όλα ήταν στη μέση, τ’ αφήσαμε όπως ήταν και φύγαμε, δεν πήραμε τίποτα μαζί μας.

Από την οικογένεια τη δική μας έφυγαν πρώτα οι άλλοι κι έμεινα εγώ, για να φυλάξω τα πράματά μας. Το ίδιο σχεδόν έκαναν όλοι στο χωριό· από κάθε οικογένεια έμεινε κι ένα άτομο. Είχαμε την εντύπωση πως θα ξαναγυρίσουμε. Πέντε – έξι μέρες μείναμε και μετά αναγκαστήκαμε να φύγουμε κι εμείς· έφυγε η αστυνομία, ο σταθμάρχης, το χωριό σχεδόν είχε αδειάσει.
Εμείς σταθήκαμε τυχεροί, προλάβαμε και φύγαμε. Μόλις περάσαμε το Τουρβαλί , έβγαλαν οι Τούρκοι τις ράγες και ακινητοποιήσανε τα τραίνα.
Ο στρατός του Αϊδινίου έδωσε μάχη, ο συνταγματάρχης, όμως, ο Ζεγκίνης, εκεί κοντά στο Τουρβαλί, θέλησε να παραδοθεί. Ένας λοχαγός, Ταμπακόπουλος νομίζω ήταν τ’ όνομά του, είπε στους στρατιώτες: «Όποιος θέλει, να μ’ ακολουθήσει». Η αλήθεια είναι ότι όσοι τον ακολούθησαν σώθηκαν, οι άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Στη Σμύρνη, όταν πήγα, ήταν κόσμος πολύς μαζεμένος. Αποθήκες, εργοστάσια, σχολεία, ξενοδοχεία όλα γεμάτα· όπου μπορούσε ο καθένας βολευότανε. Εμείς μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτω στην παραλία, «Ήπειρος» ονομαζότανε. Λίγες μέρες πριν πιάσει η πυρκαγιά, ήρθε στο ξενοδοχείο ένας Τούρκος αξιωματικός με καμιά δεκαριά στρατιώτες. Κάθισαν στο κεφαλόσκαλο, έβαλαν εκεί δίπλα κι ένα τραπέζι και διέταξαν να κατέβουν όλοι οι άνδρες κάτω. Από την οικογένειά μας ήμαστε δύο, εγώ κι ο αδερφός μου. Για να κατέβουμε κάτω, έπρεπε να περάσομε από μπροστά τους. Ό,τι άξιο λόγου είχαμε, χρήματα, χρυσαφικά, τ’ αφήναμε στο τραπέζι· μετά σου έδιναν μια κλωτσιά κι έτσι κατέβαινες πιο γρήγορα.
Μόλις τελείωσε η διαδικασία αυτή, μας έβαλαν στη σειρά και μας πήγανε στο διοικητήριο, κισλά, όπως το λέγανε.
Εκεί στο διοικητήριο άλλο ψάξιμο πάλι, μας αφήσανε σχεδόν γυμνούς. Μετά μας έβαλαν στα υπόστεγα κι από κει και πέρα άρχιζε η τραγωδία. Σε καλούσαν δήθεν για ανάκριση και πήγαινες και δε γύριζες. Όποιος ήθελε κι όπως ήθελε σε βασάνιζε, δεν υπήρχε κανένας έλεγχος. Σε κάνα-δυο μέρες, μας έβαλαν σε φάλαγγα κι άρχισε η πορεία προς το άγνωστον.

Ήμαστε μια ατέλειωτη φάλαγγα, δέκα χιλιάδες περίπου νοματαίοι· από δω κι από κει μας φρουρούσαν ιππείς. Βαδίζαμε με κατεύθυνση τη Μαγνησιά. Μας πήγαιναν όχι από το δημόσιο δρόμο αλλά μέσα από τα τουρκοχώρια, για να μπορούν οι χωριάτες να μας καθαρίζουν κι αυτοί. Στο δρόμο μας κτυπούσαν για να τρέχουμε· σ’ έξι ώρες φτάσαμε στο Μπουινάρμπασι. Εκεί κάτσαμε δυο μέρες. Μετά ήρθε ένας Τούρκος αξιωματικός και διέταξε, οι γέροι κι αυτοί που είναι κάτω των δεκαοχτώ ετών να χωρίσουν. Ήμαστε διακόσια ενενήντα εννιά άτομα για την ακρίβεια σ’ αυτή την κατηγορία. Σα χωρίσαμε, εμείς μείναμε κει κι οι υπόλοιποι τραβήξανε για τη Μαγνησιά, ούτε ξαναγυρίσανε· μαζί μ’ αυτούς ήταν κι ο αδερφός μου.
Την άλλη μέρα μας βάλανε σε φάλαγγα και γυρίσαμε στη Σμύρνη μ’ απόλυτη ησυχία. Μάλιστα πέθανε ένας γέρος στο δρόμο και φέραμε το πτώμα του στη Σμύρνη. Περπατούσαμε με την ησυχία μας και την ίδια πορεία, που είχαμε κάνει πριν σ’ έξι ώρες, την κάναμε τώρα δώδεκα.
Ρωτούσαμε τους φρουρούς: «Πού μας πάτε;» κι αυτοί μας έκαναν αστεία. «Να σας σκοτώσουμε», μας λέγανε.
Γυρίσαμε πάλι στον κισλά, μας κρατήσανε μια μέρα και μας απολύσανε. Κοντά μας περάσανε κι άλλοι κρατούμενοι, νέα παιδιά κυρίως, ανακατωθήκανε μαζί μας και σωθήκανε.

Όταν βγήκαμε από τη φυλακή, η Σμύρνη ήταν ερείπια, καμένα όλα. Ούτε ξενοδοχείο υπήρχε, ούτε τίποτα. Άντε να βρεις τους δικούς σου πού είναι! Επειδή την ήξερα καλά τη Σμύρνη, ψάχνοντας τους βρήκα στην Πούντα. Εκεί στην Πούντα είχαν μαζευτεί όλοι, στις μάντρες, στους δρόμους, στις αποθήκες· παντού κόσμος. Μέσα σ’ ένα καπνεργοστάσιο βρήκα και τους δικούς μου, τη μάνα μου, τις αδερφάδες με τους άντρες τους και το μικρό μου αδερφό.
Τρεις μέρες έμεινα στην Πούντα κι ήρθε η είδηση πως έφθασαν καράβια να μας πάρουν. Ξεκινήσαμε όλοι και πήγαμε στην παραλία. Εκεί στο λιμάνι είχαν κλείσει ένα χώρο και γινόταν έλεγχος. Ό,τι έβρισκαν απάνω μας μας το παίρνανε, χρήματα, χρυσαφικά· μας καταληστέψανε. Κρατάγανε και τους στρατεύσιμους.
Από την οικογένειά μας κρατήσανε τους δυο γαμπρούς μου· ούτε γυρίσανε ποτέ. Σαν κατάφερνες και πέρναγες απ’ αυτό το μπλόκο, και να ήσουνα στρατεύσιμος, δε σε κρατάγανε.
Οι άλλοι μπήκαμε στα καράβια κι ήρθαμε στην Ελλάδα. Απάνω στα καράβια ήταν Έλληνες αξιωματικοί που παραλαβαίνανε τον πληθυσμό, αυτοί όμως δεν είχαν δικαίωμα να βγουν έξω.
Βγήκαμε στο Πλωμάρι της Μυτιλήνης. Εκεί μείναμε καμιά εικοσαριά μέρες και μετά ήρθε άλλο καράβι, για να μας πάει στον Πειραιά πλην όμως βρεθήκαμε στη Μονεμβασιά· είπανε πως ο Πειραιάς δεν είχε χώρο. Από τη Μονεμβασιά πήγαμε στους Μολάους, κάτσαμε κι εκεί δεκαπέντε μέρες και φύγαμε κι ήρθαμε στον Πειραιά, με δικά μας πια έξοδα. Αργότερα μας δώσανε κτήματα στη Γαστούνη και πήγα κι έμεινα δυο χρόνια. Δούλεψα κι οχτώ χρόνια στ’ Αγρίνιο, έκανα το ράφτη. Από κει πια ήρθα κι εγκαταστάθηκα στον Πειραιά.
______
• Το κείμενο, στο οποίο έχει διατηρηθεί η πρωτότυπη γραφή, βρίσκεται στην έκδοση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Η Έξοδος, τόμ. Α’, Mαρτυρίες από τις Επαρχίες των Δυτικών Παραλίων της Μικρασίας, σ. 66-68.

















