Πόντιος και Κρητικός μαζί, όταν θα σμίξουν χέρια,
οι δυο τη γη σηκώνουνε κι αγγίξουνε τ’ αστέρια.
Μανόλης Γιαννούλης
—
Ένα αντάμωμα που δεν περιορίστηκε στη μουσική και τον χορό, αλλά αναζήτησε τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στον Πόντο και την Κρήτη, πραγματοποιήθηκε την Τρίτη στον Πρινέ Ρεθύμνου.
Η εκδήλωση, με τίτλο «Συναπάντημα Ιστορικής Μνήμης με λύρα και κεμεντζέ», έφερε κοντά τις παραδόσεις των δύο τόπων, με ποντιακούς και κρητικούς χορούς και με τη συμμετοχή κατοίκων και επισκεπτών που γέμισαν το χώρο.
Τη διοργάνωση ανέλαβαν ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πρινέ, ο Σύλλογος Ποντίων και Φίλων ΠΕ Ρεθύμνης «Αροθυμία» και ο Λαογραφικός Όμιλος «Ακρήτες».
«Μια ψυχή, δύο κορμιά»
Το συμβολισμό της συνάντησης απέδωσε ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Πρινέ Μανόλης Γιαννούλης, ανοίγοντας την ομιλία του με μια μαντινάδα:
Κρήτη και Πόντος μια ψυχή, δύο κορμιά στον κόσμο,
το ’να θυμάρι μαρτυρά, τ’ άλλο μυρίζει δυόσμο,
ενώ έκλεισε με ακόμα μία:
Από τη Σάντα ως τον Ψηλορείτη ο ίδιος άνεμος φυσά,
για την πατρίδα και τη λευτεριά η ίδια η καρδιά χτυπά.
Όπως σημείωσε, η Κρήτη και ο Πόντος μπορεί να βρίσκονται στα δύο αντίθετα άκρα του ελληνικού κόσμου, όμως η γεωγραφική απόσταση υποχωρεί μπροστά στην ιστορική και πολιτισμική τους εγγύτητα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε όσα ενώνουν τις παραδόσεις τους: την κρητική και την ποντιακή λύρα, τον πολεμικό χαρακτήρα του πεντοζάλη και του σέρρα, αλλά και τη συγγένεια ανάμεσα στις κρητικές μαντινάδες και τα ποντιακά δίστιχα.
«Η κρητική λύρα και η ποντιακή λύρα, η κεμεντζέ, δεν παράγουν απλώς ήχο, αλλά βγάζουν αναστεναγμό» ανέφερε ο Μανόλης Γιαννούλης, περιγράφοντας δύο όργανα που μπορούν να θρηνούν για την απώλεια και την ξενιτιά, αλλά και να ξεσηκώνουν τον κόσμο στο γλέντι.
Οι ιστορικές «γέφυρες μνήμης»
Ξεχωριστή θέση στη βραδιά είχε η ομιλία από τη γενική γραμματέα της «Αροθυμίας» Άννα Ι. Σαρηγιαννίδου, με τίτλο «Από τα παρχάρια στον Ψηλορείτη – Ιστορικές Γέφυρες Μνήμης».
Η ομιλήτρια ακολούθησε δύο ιστορικές διαδρομές. Η πρώτη αφορούσε μετακινήσεις οικογενειών από την ευρύτερη περιοχή της Τραπεζούντας προς βενετοκρατούμενα εδάφη κατά τον 15ο αιώνα και την τοπική παράδοση που συνδέει αυτές τις αφίξεις με την «Τραπεζόντα» της Σητείας.
Η δεύτερη –και σαφέστερα τεκμηριωμένη– γέφυρα ήταν εκείνη του Νίκου Καζαντζάκη με τον ποντιακό ελληνισμό. Το 1919, ως γενικός διευθυντής του υπουργείου Περιθάλψεως, ο Κρητικός συγγραφέας ανέλαβε αποστολή στον Καύκασο, όπου κινδύνευαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες.
Με συνεργάτες του ταξίδεψε μεταξύ άλλων στην Τιφλίδα, στο Σοχούμ, στο Μπατούμ και στο Καρς, συμβάλλοντας στην επιχείρηση μεταφοράς προσφύγων και στην εγκατάστασή τους στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Δύο χρόνια αργότερα, μετά τις εκτελέσεις της πνευματικής ηγεσίας του Πόντου στην Αμάσεια, μετά τις αποφάσεις των διαβόητων Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας, ο Καζαντζάκης συμμετείχε στην κινητοποίηση Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων για τη διεθνή ανάδειξη του εγκλήματος.


Στον Πρινέ, πάντως, η ιστορική μνήμη δεν έμεινε στα λόγια. Πήρε τη μορφή χορού και μουσικής, με την κρητική λύρα και τον ποντιακό κεμεντζέ να αφηγούνται, καθένα με τη δική του φωνή, ιστορίες ξεριζωμού, επιβίωσης και επιστροφής στις ρίζες.

















