Δεν έχει την αναγνωρισιμότητα του Σουνίου ούτε βρίσκεται στις καθιερωμένες διαδρομές των επισκεπτών της Αττικής. Κι όμως, στο βορειοανατολικό άκρο του λεκανοπεδίου, πάνω από τον Ευβοϊκό κόλπο, διατηρείται ένα σχεδόν ολοκληρωμένο αρχαίο τοπίο: ένας οχυρωμένος δήμος με φρούριο, δύο λιμάνια, αγορά, θέατρο, γυμνάσιο, ιερά και μια εντυπωσιακή ταφική οδό.
Είναι ο Ραμνούντας, ένας από τους καλύτερα διατηρημένους αρχαίους δήμους της Αττικής και, ταυτόχρονα, ένας από τους λιγότερο γνωστούς αρχαιολογικούς χώρους της.
Το υπουργείο Πολιτισμού προχωρά τώρα στην εφαρμογή ολοκληρωμένου προγράμματος για την προστασία και την ανάδειξή του, με παρεμβάσεις στο φρούριο και τα ταφικά μνημεία, νέες διαδρομές περιήγησης, υποδομές καθολικής προσβασιμότητας, φωτισμό και ενισχυμένη πυροπροστασία.
Το αθέατο σύνορο της αρχαίας Αθήνας
Ο Ραμνούντας βρισκόταν κοντά στο σημερινό Γραμματικό, σε στρατηγικό σημείο της βορειοανατολικής Αττικής. Η θέση του επέτρεπε τον έλεγχο του Ευβοϊκού κόλπου και των πλοίων που κινούνταν προς την Αθήνα.
Ακόμη και το όνομά του συνδέεται με το φυσικό τοπίο: θεωρείται ότι προέρχεται από τον ράμνο, έναν αγκαθωτό θάμνο που φύεται στην περιοχή.
Ο αρχαίος δήμος διέθετε δύο λιμάνια, από τα οποία μπορούσε να εποπτεύει το θαλάσσιο πέρασμα. Το φρούριό του, όπως και εκείνο του Σουνίου, πιθανολογείται ότι ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν η προστασία των πλοίων που μετέφεραν σιτηρά προς την Αθήνα είχε ζωτική σημασία.

Η οχύρωση περιλάμβανε έναν εξωτερικό περίβολο μήκους περίπου 800 μέτρων, με πύλες, πύργους και ισχυρά αμυντικά σημεία, καθώς και έναν μικρότερο εσωτερικό περίβολο στην κορυφή του λόφου.
Μέσα και γύρω από τα τείχη υπήρχαν δημόσια και ιδιωτικά κτήρια, αγορά, θέατρο, γυμνάσιο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Δεν επρόκειτο, επομένως, μόνο για ένα απομονωμένο φυλάκιο, αλλά για έναν οργανωμένο δήμο όπου συνυπήρχαν η καθημερινή ζωή, η άμυνα, η οικονομία και η λατρεία.
Το σημαντικότερο ιερό της Νέμεσης
Ο Ραμνούντας ήταν διάσημος στην αρχαιότητα κυρίως για το ιερό της Νέμεσης, της θεάς που αποκαθιστούσε το μέτρο και τιμωρούσε την ανθρώπινη αλαζονεία και την ύβρη.
Ο πρώτος πώρινος δωρικός ναός της καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ. Μετά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ανεγέρθηκε ένας νέος, μεγαλύτερος ναός, στο εσωτερικό του οποίου φυλασσόταν το περίφημο λατρευτικό άγαλμα της θεάς, έργο του Αγοράκριτου από την Πάρο, μαθητή του Φειδία.

Με το άγαλμα αυτό συνδέεται μία από τις πιο συναρπαστικές αφηγήσεις που διέσωσε ο Παυσανίας. Σύμφωνα με την παράδοση, οι Πέρσες είχαν φέρει μαζί τους στη μάχη του Μαραθώνα έναν μεγάλο όγκο παριανού μαρμάρου, με σκοπό να κατασκευάσουν το τρόπαιο της αναμενόμενης νίκης τους.
Μετά την ήττα τους, το ίδιο μάρμαρο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για να φιλοτεχνηθεί το άγαλμα της Νέμεσης. Είτε ανταποκρίνεται πλήρως στην ιστορική πραγματικότητα είτε αποτελεί μεταγενέστερο συμβολισμό, η αφήγηση είναι απολύτως ταιριαστή με τη θεά: το υλικό που προοριζόταν να υμνήσει την περσική νίκη μετατράπηκε σε σύμβολο τιμωρίας της αλαζονείας.
Ο δρόμος των νεκρών
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η αρχαία οδός που οδηγούσε προς το δήμο του Ραμνούντα. Περνούσε μπροστά από το ιερό της Νέμεσης και κατέληγε στο φρούριο, έχοντας εκατέρωθεν πολυτελείς ταφικούς περιβόλους επιφανών οικογενειών και πολιτών.
Επιτύμβια ανάγλυφα, ναΐσκοι, στήλες και μνημειώδεις κατασκευές μετέτρεπαν τον δρόμο σε μια οργανωμένη λεωφόρο μνήμης, όπου οι οικογένειες πρόβαλλαν την παρουσία και τη θέση τους στην κοινωνία του αρχαίου δήμου.

Στο νέο πρόγραμμα του υπουργείου Πολιτισμού περιλαμβάνεται η συντήρηση του δομικού υλικού δώδεκα ταφικών μνημείων, μεταξύ των οποίων οι περίβολοι γνωστών οικογενειών της αρχαίας Ραμνούντας.
Τι προβλέπεται για το φρούριο
Οι νέες εργασίες επικεντρώνονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του εξωτερικού και του εσωτερικού περιβόλου του φρουρίου.
Στον εξωτερικό περίβολο θα αντιμετωπιστούν προβλήματα στις νότιες και ανατολικές οχυρώσεις, στους πύργους, στα τμήματα των τειχών ανάμεσά τους και στις δύο κύριες πύλες. Στον εσωτερικό περίβολο οι παρεμβάσεις αφορούν τμήματα του νότιου και ανατολικού τείχους, μία πύλη και τον παρακείμενο ορθογώνιο πύργο.
Προβλέπονται σωστικές επεμβάσεις, στερέωση και αναστήλωση των τειχών, αποκατάσταση καταρρεύσεων και προστασία των τοιχοποιιών από τα όμβρια ύδατα και τη βλάστηση.
Τμήματα που έχουν καταρρεύσει θα αναστηλωθούν με την επαναφορά διάσπαρτων λίθων στις αρχικές ή σε αντίστοιχες θέσεις, αφού προηγηθούν ανασκαφική έρευνα, πλήρης αποκάλυψη των καταλοίπων και τεκμηρίωση του υλικού.

Βασική αρχή του έργου είναι η ελάχιστη αναγκαία επέμβαση και ο σεβασμός στην αυθεντικότητα του μνημείου.
Διαδρομές 2,4 χιλιομέτρων και πρόσβαση για όλους
Η ανάδειξη του Ραμνούντα δεν περιορίζεται στα τείχη. Το ευρύτερο σχέδιο προβλέπει δύο κύριες διαδρομές περιήγησης, συνολικού μήκους περίπου 2,4 χιλιομέτρων, οι οποίες θα επιτρέπουν την κυκλική κίνηση στον αρχαιολογικό χώρο.
Σε τμήματα συνολικού μήκους άνω του ενός χιλιομέτρου θα είναι δυνατή η διέλευση αναπηρικού αμαξιδίου. Θα δημιουργηθούν χώροι στάσης, θέασης και πληροφόρησης, νέα σήμανση, ασφαλέστερη πρόσβαση πεζών και οχημάτων και διαδρομή για οχήματα έκτακτης ανάγκης.
Παράλληλα, προωθούνται φωτισμός ανάδειξης των μνημείων και ολοκληρωμένο σύστημα πυροπροστασίας. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται μέσα σε δασικό περιβάλλον και από το 2024 έχει ενταχθεί στο μνημόνιο συνεργασίας των υπουργείων Πολιτισμού και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Το σχέδιο περιλαμβάνει μόνιμο πυροσβεστικό δίκτυο, 20 πυροσβεστικές φωλιές, τέσσερις εκτοξευτήρες νερού, υπόγεια δεξαμενή και σύστημα αναγγελίας πυρκαγιάς.
Μισός αιώνας συστηματικής έρευνας
Η συστηματική ανασκαφή του Ραμνούντα πραγματοποιήθηκε από τον αρχαιολόγο Βασίλειο Πετράκο από το 1975 έως το 2001. Η έρευνα αποκάλυψε το φρούριο, το ιερό της Νέμεσης και το νεκροταφείο του δήμου, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν οι πρώτες υποδομές για την επίσκεψη του κοινού.
Οι ανασκαφές έδειξαν ότι η περιοχή κατοικούνταν ήδη από τα προϊστορικά χρόνια και συνέχισε να χρησιμοποιείται κατά την Κλασική και την Ελληνιστική περίοδο.
Οι παλαιότερες αναστηλωτικές επεμβάσεις έχουν διατηρήσει σε καλή κατάσταση σημαντικά τμήματα του φρουρίου. Στα σημεία, όμως, που δεν είχαν αποκατασταθεί εντοπίζονται μετακινήσεις και καταρρεύσεις λίθων, φθορές από τα νερά της βροχής και τη βλάστηση, αλλά και δυσκολίες πρόσβασης λόγω της συσσώρευσης αρχιτεκτονικού υλικού.

Το νέο πρόγραμμα αποτελεί ευκαιρία όχι μόνο για να προστατευτούν τα μνημεία, αλλά και για να βγει από την αφάνεια ένας αρχαιολογικός χώρος που αποτυπώνει, όσο λίγοι, τη ζωή, την άμυνα, τη λατρεία και τον θάνατο σε έναν αρχαίο δήμο της Αττικής.

















