Για να μην δει κανείς τι μετέφερε το πλοίο, οι κάτοικοι κοντά στο λιμάνι απομακρύνθηκαν. Στα επίσημα έγγραφα ο προορισμός δεν ήταν το Τζιβνούφ. Και το νοσοκομείο στο οποίο θα οδηγούνταν εκατοντάδες βαριά τραυματίες δεν είχε όνομα, αλλά έναν αριθμό: 250.
Πίσω από αυτόν τον κωδικό κρύβεται μια από τις λιγότερο γνωστές επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας προς ανθρώπους από την Ελλάδα: η μυστική μεταφορά και περίθαλψη σχεδόν 2.000 τραυματιών και πολιτικών προσφύγων του ελληνικού εμφυλίου στην Πολωνία.
Επί δεκαετίες, η ιστορία παρέμενε ελάχιστα γνωστή ακόμη και στην ίδια την Ελλάδα. Σήμερα όμως, επιστρέφει στη δημόσια μνήμη με έναν νέο συμβολισμό, διότι μόλις τον Ιούνιο οι Έλληνες αναγνωρίστηκαν επίσημα ως η 10η εθνική μειονότητα της Πολωνίας.

Ένα νοσοκομείο μέσα σε έναν μήνα
Η επιχείρηση άρχισε στις 18 Ιουνίου 1949, όταν δόθηκε η εντολή να δημιουργηθεί στο Τζιβνούφ ένα νοσοκομείο 500 κλινών.
Ο χώρος βρισκόταν σε κλειστή παραμεθόρια ζώνη, στις εγκαταστάσεις μιας πρώην βάσης της γερμανικής ναυτικής αεροπορίας. Σχεδόν 1.000 εργαζόμενοι διαφορετικών ειδικοτήτων εργάστηκαν επί έναν μήνα, για περίπου 12 ώρες την ημέρα, προκειμένου να μετατρέψουν τα παλιά στρατιωτικά κτήρια σε νοσοκομείο.
Το εγχείρημα οργανώθηκε υπό αυστηρή μυστικότητα. Στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου που ήδη διαμορφωνόταν, η πολωνική βοήθεια προς τους τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας δεν έπρεπε να γίνει γνωστή στο εξωτερικό.
Η νυχτερινή άφιξη των 747 τραυματιών
Το πρώτο πλοίο, το SS «Kościuszko», απέπλευσε από το Δυρράχιο στις 13 Ιουλίου 1949, ειδικά διαμορφωμένο για τη μεταφορά βαριά τραυματισμένων ανθρώπων.
Έφθασε στο Σβινούιστσιε τη νύχτα της 25ης προς την 26η Ιουλίου, μεταφέροντας 747 τραυματίες από την Ελλάδα.
Η εκφόρτωση οργανώθηκε έτσι ώστε να μη γίνει αντιληπτό ποιοι βρίσκονταν στο πλοίο. Οι κάτοικοι των κτηρίων κοντά στο σημείο όπου έδεσε απομακρύνθηκαν προσωρινά, ενώ οι τραυματίες οδηγήθηκαν στο Τζιβνούφ μέσα στη νύχτα.
Ακόμη και τα υπηρεσιακά έγγραφα απέκρυπταν τον πραγματικό προορισμό τους. Αντί για το Τζιβνούφ, ανέφεραν τη Στρατιωτική Μονάδα 1904 στο Μιεντζιζντρόγιε, ώστε να δυσκολευτεί η αποκάλυψη της επιχείρησης από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.
Τον Σεπτέμβριο ακολούθησε δεύτερη μεταφορά, με 207 τραυματίες, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε και το ρουμανικό πλοίο «Transilvania».
Περίπου 25 άνθρωποι δεν επέζησαν
Στο Νοσοκομείο 250 εργάζονταν 14 γιατροί, 17 νοσηλεύτριες, έξι στρατιωτικοί νοσοκόμοι και 18 μέλη βοηθητικού προσωπικού. Την ασφάλεια της εγκατάστασης είχαν αναλάβει δύο διμοιρίες με συνολικά 80 άνδρες.
Μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του 1950 πέρασαν από το νοσοκομείο σχεδόν 2.000 τραυματίες και πρόσφυγες από την Ελλάδα. Περίπου 25 από αυτούς δεν κατάφεραν να κρατηθούν στη ζωή, παρά τις προσπάθειες του ιατρικού προσωπικού.
Όσοι ανάρρωσαν μεταφέρθηκαν αργότερα, μεταξύ άλλων, στο Στσέτσιν και στην Κάτω Σιλεσία. Κάποιοι κατόρθωσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, ενώ άλλοι παρέμειναν στην Πολωνία και δημιούργησαν εκεί οικογένειες.
Οι μέθοδοι θεραπείας και αποκατάστασης που εφαρμόστηκαν στο Νοσοκομείο 250 αποτέλεσαν, σύμφωνα με το Δήμο Τζιβνούφ, σημαντική εμπειρία και για την πολωνική μεταπολεμική ιατρική.
Από την απόλυτη μυστικότητα στην επίσημη αναγνώριση
Η αντίθεση είναι έντονη: Tο 1949 οι Έλληνες μεταφέρονταν κρυφά, χωρίς να αναγράφεται ούτε ο πραγματικός προορισμός τους. Το 2026 η παρουσία των απογόνων τους αναγνωρίζεται πλέον θεσμικά από το πολωνικό κράτος.
Στις 11 Ιουνίου 2026, ο πρόεδρος της Πολωνίας Κάρολ Ναβρότσκι υπέγραψε την τροποποίηση του νόμου για τις εθνικές και εθνοτικές μειονότητες, προσθέτοντας τους Έλληνες στον κατάλογο των εθνικών μειονοτήτων της χώρας.
Ο νόμος δημοσιεύθηκε στις 15 Ιουνίου και προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ έξι μήνες. Η αναγνώριση ανοίγει το δρόμο για θεσμική προστασία της ελληνικής γλώσσας, της παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και για την υποστήριξη πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δράσεων.
Η Δυτική Πομερανία έχει ιδιαίτερη θέση σε αυτή την ιστορία, καθώς αποτέλεσε έναν από τους βασικούς τόπους εγκατάστασης των πολιτικών προσφύγων μετά τον Εμφύλιο και παραμένει μέχρι σήμερα σημαντικό κέντρο της ελληνικής διασποράς στην Πολωνία.
Η πρώτη Ελληνική Ημέρα μετά την αναγνώριση
Η φετινή «Ελληνική Ημέρα» στο Τζιβνούφ ήταν η πρώτη που πραγματοποιήθηκε μετά τη συγκεκριμένη απόφαση.
Το περασμένο Σάββατο η τελετή άρχισε στη στρατιωτική μονάδα της πόλης, με επιμνημόσυνη δέηση για τους ανθρώπους που πέθαναν στο Νοσοκομείο 250. Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων στο μνημείο των Ελλήνων αγωνιστών και στο μνημείο των Πολωνών στρατιωτικών.

Παρόντες ήταν η επιτετραμμένη της ελληνικής πρεσβείας στη Βαρσοβία Σωτηρία Θεοχαρίδη, ο δήμαρχος του Τζιβνούφ Λούκας Τζιοχ, εκπρόσωποι ελληνικών συλλόγων και απόγονοι ανθρώπων που είχαν νοσηλευτεί στο μυστικό νοσοκομείο.
Κατά τη συνάντηση της Ελληνίδας διπλωμάτη με τον δήμαρχο συζητήθηκαν οι δυνατότητες περαιτέρω πολιτιστικής συνεργασίας, ιδιαίτερα μετά την αναγνώριση της ελληνικής μειονότητας.
Στο δημοτικό πάρκο παρουσιάστηκε επίσης φωτογραφική έκθεση για την κατασκευή του Νοσοκομείου 250 και την περίθαλψη των τραυματιών. Οι εικόνες έδωσαν ορατή μορφή σε μια επιχείρηση που είχε οργανωθεί ακριβώς για να μην φωτογραφηθεί, να μην δημοσιοποιηθεί και να μην γίνει γνωστή.

Από τη μνήμη στη γιορτή
Μετά την επίσημη τελετή, η Ελληνική Ημέρα στο Τζιβνούφ συνεχίστηκε με πολιτιστικές και γαστρονομικές εκδηλώσεις για κατοίκους και επισκέπτες.
Ξεχωριστή θέση στο πρόγραμμα είχε η συλλογική παρασκευή παραδοσιακής φασολάδας από τον δήμαρχο της πόλης, εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας και μέλη του συλλόγου «Nasz Dziwnów». Το φαγητό προσφέρθηκε στη συνέχεια σε όλους τους παρευρισκόμενους.
Στο μουσικό μέρος ο Νίκος Ρουσκέτος με το συγκρότημα Orfeusz, παρουσιάζοντας γνωστά ελληνικά τραγούδια και παρασύροντας το κοινό σε χορό.

Έτσι, η ημέρα δεν περιορίστηκε στην απόδοση τιμής στους ανθρώπους του Νοσοκομείου 250. Η ιστορική μνήμη συνάντησε τη μουσική, τις γεύσεις και τη ζωντανή παρουσία των απογόνων των ελληνικών οικογενειών, αναδεικνύοντας το δεσμό ανάμεσα στην Ελλάδα και την Πολωνία.

















