Η προσωρινή παύση των αμερικανικών βομβαρδισμών στο Ιράν, έπειτα από 13 συνεχόμενες νύχτες επιδρομών, δεν φαίνεται να οφείλεται σε μία μόνο απόφαση ή σε μια αιφνίδια μεταστροφή του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ της διπλωματίας.
Πίσω από το «φρένο» βρίσκονται τέσσερις παράγοντες που συγκλίνουν: η ανησυχία για τα αποθέματα πυρομαχικών, η αμφιβολία για το αποτέλεσμα μιας ευρύτερης στρατιωτικής εκστρατείας, οι πιέσεις από τις χώρες του Κόλπου και η εκτίμηση ότι η Τεχεράνη μπορεί ακόμη να οδηγηθεί σε συμφωνία.
Η παύση των επιδρομών δεν ισοδυναμεί πάντως με κατάπαυση του πυρός, ούτε με τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής πίεσης. Η Ουάσινγκτον διατηρεί τις δυνάμεις της στην περιοχή και δεν έχει αποκλείσει την επανάληψη –ή ακόμη και την κλιμάκωση– των επιχειρήσεων.
1. Η προειδοποίηση για τα αποθέματα πυρομαχικών
Το πιο άμεσο ζήτημα που τέθηκε στη σύσκεψη της Παρασκευής στον Λευκό Οίκο ήταν η κατάσταση των αμερικανικών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με το CNN, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, προειδοποίησαν τον Τραμπ για τις συνέπειες μιας παρατεταμένης στρατιωτικής εκστρατείας.
Ο Κέιν φέρεται να διαβεβαίωσε τον Αμερικανό πρόεδρο ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να εκτελέσουν οποιαδήποτε αποστολή τους ανατεθεί.
Το ερώτημα όμως δεν ήταν εάν οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν ακόμη μία επίθεση, αλλά τι θα σήμαινε η συνέχιση των επιχειρήσεων για τα διαθέσιμα αποθέματα – κυρίως για τα πυρομαχικά αεράμυνας που απαιτούνται για την προστασία αμερικανικών βάσεων και συμμάχων από ιρανικά αντίποινα.
Οι στρατιωτικοί καλούνται να υπολογίσουν όχι μόνο τις ανάγκες της σημερινής εκστρατείας, αλλά και την ετοιμότητα των ΗΠΑ απέναντι σε άλλες πιθανές κρίσεις. Όσο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να περιοριστούν οι επιλογές της Ουάσιγκτον σε άλλα μέτωπα.
2. Κλιμάκωση χωρίς εγγυημένο αποτέλεσμα
Ο δεύτερος λόγος αφορά το ίδιο το στρατηγικό αποτέλεσμα των βομβαρδισμών. Ακόμη και αν μια νέα μαζική επίθεση προκαλούσε σημαντικές καταστροφές στις στρατιωτικές υποδομές του Ιράν, δεν είναι βέβαιο ότι θα ανάγκαζε την Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσινγκτον.
Ανώτατοι αξιωματικοί και στενοί συνεργάτες του Τραμπ εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μια διεύρυνση της εκστρατείας, καθώς θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρότερα ιρανικά αντίποινα, επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις και συμμάχους ή γενικευμένη αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή.
Το βασικό δίλημμα είναι πώς μπορεί η Ουάσινγκτον να αυξήσει την πίεση χωρίς να εγκλωβιστεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, ο οποίος θα απαιτούσε συνεχώς περισσότερες δυνάμεις και μέσα.
Στον Λευκό Οίκο υπάρχει επίσης έντονη επιθυμία να αποφευχθεί οποιοδήποτε σενάριο ανάπτυξης χερσαίων στρατευμάτων.
Με άλλα λόγια, η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν απαντά από μόνη της στο πολιτικό ερώτημα: τι ακολουθεί μετά τους βομβαρδισμούς και πώς μετατρέπεται η καταστροφή στρατιωτικών στόχων σε μια συμφωνία που θα μπορεί να διατηρηθεί.
3. Η πίεση από τις χώρες του Κόλπου
Σημαντικό ρόλο στην απόφαση φέρονται να διαδραμάτισαν και τα μηνύματα από τις χώρες του Κόλπου, οι οποίες κάλεσαν την Ουάσινγκτον να επιδείξει αυτοσυγκράτηση.
Τα κράτη της περιοχής βρίσκονται εκτεθειμένα σε ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα, είτε επειδή φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις είτε επειδή διαθέτουν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Μια μεγαλύτερη αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύκλο χτυπημάτων σε βάσεις, λιμάνια, εγκαταστάσεις πετρελαίου και θαλάσσιες οδούς.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου.
Η επέκταση του πολέμου θα μπορούσε να αυξήσει ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας και να πλήξει τόσο τις οικονομίες του Κόλπου όσο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η παύση των αμερικανικών επιδρομών συνέπεσε άλλωστε με τη διεύρυνση της έντασης προς την Ερυθρά και την Κασπία Θάλασσα, γεγονός που ενισχύει τους φόβους για μια σύγκρουση με πολλαπλά και δύσκολα ελεγχόμενα μέτωπα. Το πολεμικό κλίμα στην περιοχή παραμένει ενεργό, παρά την απουσία νέων αμερικανικών βομβαρδισμών.
4. Η διπλωματική πόρτα δεν έχει κλείσει
Ο τέταρτος παράγοντας είναι η εκτίμηση ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο διαπραγμάτευσης. Παρότι ο Τραμπ απειλούσε δημοσίως με ένα «ακόμη πιο βαρύ πλήγμα», είχε δώσει εντολή στους Αμερικανούς διαπραγματευτές να συνεχίσουν τις επαφές με την Τεχεράνη.
Ο ίδιος υποστήριξε μετά τη σύσκεψη ότι το Ιράν εμφανίζεται πλέον «πιο σοβαρό» στις συνομιλίες.
Η προσωρινή αναστολή των επιδρομών δίνει χρόνο στους μεσολαβητές, χωρίς η Ουάσινγκτον να εγκαταλείπει τη στρατιωτική απειλή.
Αυτή είναι και η ουσία της διπλής στρατηγικής του Λευκού Οίκου: οι βομβαρδισμοί και οι κυρώσεις χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης, ενώ η παύση παρουσιάζεται ως ευκαιρία προς την ιρανική ηγεσία να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο διευθυντής επικοινωνίας του Λευκού Οίκου Στίβεν Τσουνγκ επανέλαβε ότι ο Τραμπ προτιμά τη διπλωματική λύση, αλλά διατηρεί «όλες τις επιλογές» εάν το Ιράν συνεχίσει τις επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ ή εναντίον αμερικανικών συμμάχων.

















