Όταν την πρωτάκουσε, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει στις εφημερίδες της εποχής: «Βρήκα μια υγρή, ζεστή φωνή!». Και όμως, η ίδια αισθανόταν ότι πρωτίστως ήταν ηθοποιός με καλή φωνή. Όπως είχε πει και σε συνέντευξή της: «Δεν ονειρεύτηκα κάτι μέσα στο τραγούδι. Μου πρότειναν. Γι’ αυτό και είμαι φτωχή, δεν κυνήγησα τίποτα».
Η Ζωή Φυτούση ήταν ξεχωριστή περίπτωση ηθοποιού.
Της ήρθαν και καλοί ρόλοι, αλλά και σπουδαίες συνεργασίες στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Και ίσως εκεί να ήρθε το μπέρδεμα στο χώρο, και του θεάτρου και του τραγουδιού. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι ήταν άλλη η Φυτούση της υποκριτικής, άλλη του τραγουδιού. Αλλά και της διανόησης, αφού είχε εργαστεί και ως δημοσιογράφος και είχε εκδώσει βιβλία. Και ό,τι έκανε το υπερασπιζόταν με πάθος, αλλά χωρίς φανφάρες και προβολή.
Στις λιγοστές συνεντεύξεις που έχουν σωθεί, προτιμούσε να μιλάει για τις δουλειές της, για τους αγώνες που έκανε (υπήρξε δραστήρια και στο ΣΕΗ αλλά και στο «Σπίτι του ηθοποιού» δίπλα στην Άννα Φόνσου), ενώ ποτέ της δεν ξιπάστηκε για την φήμη που απέκτησε. «Θέλω πάντα να θυμάμαι τη λαϊκή καταγωγή μου» έλεγε. Για να προσθέσει: «Η δική μου ζωή δεν απέχει απ’ αυτήν πολλών συναδέλφων μου: φτώχεια στα παιδικά χρόνια μέχρι την είσοδο σε θέατρο, κινηματογράφο και μουσική».
Μια μακρινή ιστορία
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4 Σεπτεμβρίου 1933. Ο πατέρας της ήταν από τον Πιτυό της Χίου, αλλά οι ρίζες του ήταν από τη Μικρά Ασία. Συγκεκριμένα, ο Πολυχρόνης Φυτούσης ήταν παλαίμαχος πολεμιστής της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Πρόσφυγας από τη Μικρασία ήταν και η μητέρα της, Αγγελική.
Ο πατέρας έφτασε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1920. Εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στο υπουργείο Εσωτερικών, και παντρεύτηκε την Αγγελική που ήταν τραγουδίστρια.
Έμειναν στην προσφυγική συνοικία του Αγίου Αντωνίου, στο Περιστέρι. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια – το ένα ήταν η Ζωή– και ένα αγόρι. Τα παιδιά έζησαν δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια διατηρώντας περισσότερο τις παιδικές μνήμες της μητέρας, από την προσφυγική οικογένειά της.
«Η ζωή μου είναι ένας αγώνας. Εγώ από την προσφυγική παράγκα ξεκίνησα, εφτά άτομα, όλη η οικογένειά μου ζούσαμε μέσα σ’ αυτή την παράγκα στο Περιστέρι, παιδί των προσφύγων, πάμφτωχο, βήμα-βήμα έφτασα κάπου με σκληρό αγώνα. Κάθε χειμώνα στις παράγκες το κρύο και η υγρασία μας περόνιαζαν τα κόκαλα κι έτρεχαν οι παπάδες να μας δώσουν χιτώνια του στρατού και κουβέρτες. Πολλές φορές οι παράγκες πλημμύριζαν κι έτρεχαν οι γονείς μας με κουβάδες να βγάλουν τα νερά για να μην πνιγούμε. Περάσαμε πολύ δύσκολα χρόνια. Αλλά δεν πειράζει, έτσι είναι η ζωή. Μάθαμε να παλεύουμε», είχε πει σε συνέντευξή της η Ζωή Φυτούση.

Κι επειδή όλα αυτά δεν ήταν εύκολα για ένα παιδί, η μικρή Ζωή είχε βρει το βασίλειό της: Αρχικά ήταν το γράψιμο, καθώς από 11 χρόνων απομονωνόταν και έγραφε. «Η τέχνη για μένα που ξεκίνησα να γράφω από παιδί ήταν η δεύτερη ανάσα μου. Όταν είσαι 11 ετών, βέβαια, δεν φαντάζεσαι πού μπορεί να σε βγάλει η ζωή, αν και πιστεύω βαθιά ότι μέσα μας το γνωρίζουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε», είχε πει.

Και κάπου εκεί μπαίνει ως διαφυγή το τραγούδι: «Μουσική παιδεία είχα. Όχι ότι ήξερα να ξεχωρίζω τις νότες, αλλά επειδή προέρχομαι από πρόσφυγες γονείς, ξέραμε όλη τη μουσική. Γιατί σε κάθε γιορτή τραγουδούσαν και οι δυο μου γονείς σαν αηδόνια», είχε δηλώσει.

Παρά τις αντιξοότητες καταφέρνει να σπουδάσει υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Ανέβηκε πρώτη φορά στη σκηνή 20 χρόνων, στο έργο Η μαρκησία της φτωχογειτονιάς, στο Θέατρο Σαμαρτζή. Νωρίτερα, και συγκεκριμένα το 1952, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο σινεμά, στην ταινία του Φίλιππα Φυλακτού Ζαΐρα.

Η συνεργασία με τον Χατζιδάκι
1961. Στο Θέατρο Αθηνών, ο θίασος Μυράτ–Ζουμπουλάκη ανεβάζει μια ιστορική παράσταση, το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, που ακόμα και σήμερα θεωρείται σημείο αναφοράς. Εκεί έγινε η εκτόξευση της Ζωής Φυτούση, η οποία έχει διηγηθεί τι είχε προηγηθεί αυτής της συνεργασίας:
«Διάβασα μια μέρα πως ο Μυράτ ανέβαζε το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε του Πιραντέλο στο Θέατρο Αθηνών και πως ο σκηνοθέτης μάλωνε με τον συνθέτη, διότι ο ένας ήθελε τη δραματική ηθοποιό και ο άλλος τη λυρική φωνή. Σκέφτηκα μήπως τους έκανα εγώ. Τον Μυράτ τον είχα καθηγητή, επομένως του τηλεφώνησα αμέσως. Μου είπε να πάω να συναντήσω τον Χατζιδάκι στα στούντιο της Φίνος Φιλμ, στη Χίου, όπου έκανε οντισιόν, αλλά αυτό δεν γινόταν, μια και τότε εργαζόμουν στο Θέατρο Βέμπο.
»Τελικά, ο Μυράτ μου έκλεισε ραντεβού στο σπίτι του Χατζιδάκι, δύο το μεσημέρι! Πόσες φορές πήγα; Τέσσερις! Ο Χατζιδάκις δεν έλεγε να εμφανιστεί, κοιμόταν εκείνη την ώρα. Όταν όμως εμφανίστηκε την τέταρτη φορά, κόντευα να λιποθυμήσω! Μου φάνηκε πιο ψηλός, πιο παχύς, πιο ωραίος, άντε τώρα εγώ να τραγουδήσω μπροστά του.
Τον ρώτησα ποιο τραγούδι ήθελε να πω, και για να μην πέσω στη σύγκριση με τη Μούσχουρη, πρότεινα ένα λαϊκό ελληνικό κι ένα ξένο. “Προτιμώ ένα ξένο” μου απάντησε, κι έτσι είπα ένα ιταλικό σουξέ της εποχής που έσκιζε στην Ελλάδα.
»”Μη χειρότερα!” αναφώνησε ο Μάνος, κάθισε στο πιάνο και βρήκε τον τόνο μου. Αμέσως τηλεφώνησε στις εφημερίδες: “Βρήκα μια υγρή, ζεστή φωνή!”. Την επόμενη μέρα πήγα στην πρόβα».
Η ίδια ακόμα και στις τελευταίες συνεντεύξεις της μίλαγε με θαυμασμό και αγάπη για τον Μάνο Χατζιδάκι: «Ήταν απίστευτα γεναιόδωρος ο Χατζιδάκις. Σεβόταν το ψωμί των άλλων. Όταν κάναμε πρόβες στην Οδό ονείρων, ξεκινάγαμε μεσημέρι και τελειώναμε αργά το βράδυ. Πλήρωνε μετά ταξί για να μας πηγαίνουν στο σπίτι μας. Ο Μάνος ήταν εκεί για εμάς. Ήμασταν ερωτευμένοι όλοι μαζί του. Και με τον ίδιο και με τη μουσική του».
Επίσης θυμόταν πως: «Τόσο παράπονο το είχε που τον έλεγα “κύριο Χατζιδάκι”… Και μια μέρα γυρνάει και μου λέει: “Τι να κάνω ρε Ζωή για να με πεις Μάνο; Να σε παντρευτώ;”».

Οι σπουδαίες συνεργασίες
Οι συνεργασίες με τον Χατζιδάκι συνεχίστηκαν στο Καίσαρ και Κλεοπάτρα, τη μυθική πλέον αποτυχία της Αλίκης Βουγιουκλάκη, αλλά και στην Οδό ονείρων. Στις πρόβες του τελευταίου έργου είχε συμβεί το παρακάτω περιστατικό:
Κάποια στιγμή ο Χατζιδάκις ζήτησε από όλους να ησυχάσουν για να τελειώσει κάτι που σχεδίαζε. Υπάκουσαν όλοι, πλην του Γιώργου Ζαμπέτα που συνέχισε να παίζει με το μπουζούκι του. Όταν του έκανε παρατήρηση ο Χατζιδάκις, εκείνος του απάντησε: «Μανώλη δεν παίζω, σχολιάζω».

Οι σχέσεις της με τον σπουδαίο δημιουργό συνεχίστηκαν πολλές δεκαετίες μετά. Η ίδια είχε εξομολογηθεί το παρακάτω περιστατικό: «Είχα πάει σε συναυλία του στη Ρωμαϊκή Αγορά, εκείνη την περιβόητη που είχε απαγορεύσει την είσοδο στους δημοσιογράφους. Ανοργάνωτη μια ζωή, ως γνωστόν, είχα χάσει την πρόσκληση. “Δεν μπορείτε να μπείτε”, μου λέει ο άνθρωπος στην πόρτα. Δεν υπήρχε περίπτωση να χρησιμοποιήσω το όνομά μου, ήμουν έτοιμη να γυρίσω σπίτι μου.
»Με είδε ο Μάνος από μέσα κι έστειλε γρήγορα κάποιον να με βάλει. Τον αγκάλιασα, φιληθήκαμε, αν και ήταν πολύ στενοχωρημένος και κάπνιζε συνέχεια. “Κάτσε πιο κει να σε δω”, μου λέει. Φορούσα κάτασπρα ρούχα, χαμογέλασε και μου είπε: “Σαν κολόνα ρωμαϊκή είσαι”».

Μετά την επιτυχία τού Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, το τηλέφωνό της δεν σταμάτησε να χτυπά. Βέβαια οι περισσότερες προτάσεις είχαν να κάνουν με τραγούδι. Κι έτσι, παράλληλα με την καριέρα της στο θέατρο και τον κινηματογράφο, η Ζωή Φυτούση ερμήνευσε τραγούδια μεταξύ άλλων των Ζαμπέτα, Λοΐζου, και φυσικά του Σταύρου Ξαρχάκου.
Και μπορεί στον κινηματογράφο να τυποποιήθηκε σε ρόλους μοιραίων ή λαϊκών γυναικών, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμησε ή μίλησε για αδικία.
Το αντίθετο: «Νιώθω ευλογημένη που έζησα την ακμή του ελληνικού κινηματογράφου στο πλάι μεγάλων πρωταγωνιστών», είχε πει. Πάντως στο θέατρο είχε μεγαλύτερη ποικιλία ρόλων, που έπιαναν από επιθεώρηση μέχρι αρχαίο δράμα.
Ο σεβασμός των άλλων
Όπως είπαμε ασχολήθηκε και με το γράψιμο και με επιτυχία. Εξέδωσε επτά βιβλία, από μυθιστορήματα μέχρι δοκίμια και ποίηση. Το ποίημά της «Κανείς, μα κανείς» βραβεύτηκε και περιελήφθη σε ιταλική ανθολογία ελληνοϊταλικής ποίησης το 1996. Το 2008 εκδόθηκε το βιβλίο της Μένανδρος: Γνώμαι μονόστιχοι, σε έμμετρη απόδοση από την ίδια.

Υπήρξε υπερδραστήρια, και όπως έλεγε, «Το κουδούνι μου μπορεί να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή, δεν μιζεριάζω. Άνθρωπος που γράφει και παίζει δεν μπορεί να είναι μίζερος».

Από ένα σημείο και μετά έπαιζε μόνο εκεί που ήθελε, ενώ τραγουδούσε κάποια βράδια στο αγαπημένο στέκι του Χατζιδάκι, στον «Μαγεμένο αυλό» στο Παγκράτι. Εξακολουθούσε να πηγαίνει στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ ήταν πάντα στο πλευρό των συναδέλφων της.
Μπορεί να μην απέκτησε οικογένεια, όμως δεν είχε παράπονο από φίλους και συναδέλφους της που ήταν πάντα στο πλευρό της.
Όλα άρχισαν να αλλάζουν το 2013 όταν έμεινε κατάκοιτη ύστερα από εγκεφαλικό. Έφυγε από τη ζωή στις 24 Ιουλίου 2017, έχοντας ζήσει πολύ σπουδαία πράγματα και έχοντας κερδίσει την αγάπη και την εκτίμηση των ανθρώπων του χώρου, αλλά και τη χαρά της δημιουργίας και της προσφοράς.
Σπύρος Δευτεραίος

















