Έμποροι σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη περιγράφουν μια αγορά που κινείται σε υποτονικούς ρυθμούς, ενώ οι επιχειρήσεις δίνουν μάχη για την προσέλκυση πελατών, ακόμη και με προσφορές που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν το 50%.
Την ίδια στιγμή, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένα λειτουργικά κόστη, την πίεση από τις μεγάλες αλυσίδες, αλλά και τον έντονο ανταγωνισμό από τις διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
Θεσσαλονίκη: Άδεια καταστήματα και μειωμένη επισκεψιμότητα
Την εικόνα μιας δύσκολης περιόδου για το λιανεμπόριο μετέφερε ο Μιλτιάδης Παυλίδης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Όπως ανέφερε, η πλειονότητα των εμπορικών καταστημάτων που ανήκουν στον σύλλογο επέλεξε να μην ανοίξει την πρώτη Κυριακή των εκπτώσεων, σε αντίθεση με τις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες που λειτούργησαν κανονικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κίνηση στην αγορά ήταν περιορισμένη, γεγονός που ενισχύει την ανησυχία για την πορεία του λιανεμπορίου. Παράλληλα, έκανε λόγο για μια δύσκολη συγκυρία για τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες προσπαθούν να ανταπεξέλθουν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
Ο Μιλτιάδης Παυλίδης σημείωσε ότι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης υπάρχουν πολλά κενά καταστήματα, ενώ μεταξύ των παραγόντων που επηρεάζουν την εμπορική κίνηση ανέφερε τα κυκλοφοριακά προβλήματα, τις δυσκολίες στάθμευσης και τη μειωμένη αγοραστική δυνατότητα των πολιτών.
Παράλληλα, τόνισε πως οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τον ανταγωνισμό των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων και των ισχυρών ηλεκτρονικών πλατφορμών.
Αθήνα: Οι εκπτώσεις δεν ενισχύουν πλέον την αγορά
Παρόμοια εικόνα παρουσίασε και ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγκάρης, ο οποίος υπογράμμισε ότι η αγορά κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα τόσο κατά τη διάρκεια της εμπορικής σεζόν όσο και μετά την έναρξη των θερινών εκπτώσεων.
Όπως ανέφερε, αρκετές επιχειρήσεις προχώρησαν σε ιδιαίτερα μεγάλες μειώσεις τιμών, ακόμη και πάνω από 50%, με στόχο να μειώσουν τα αποθέματά τους και να καλύψουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Ωστόσο, η ανταπόκριση των καταναλωτών δεν ήταν η αναμενόμενη.
Αναφερόμενος στην πρώτη Κυριακή λειτουργίας των καταστημάτων, έκανε λόγο για «μηδενικό τζίρο», επισημαίνοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις τα έξοδα λειτουργίας ξεπέρασαν τα έσοδα.
Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών απέδωσε τη συγκρατημένη καταναλωτική συμπεριφορά στην ακρίβεια, στο υψηλό κόστος στέγασης, στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, αλλά και στις αλλαγές στις προτεραιότητες των πολιτών.
Όπως εξήγησε, αρκετοί καταναλωτές κατευθύνουν πλέον μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε υπηρεσίες, όπως η εστίαση και ο τουρισμός, περιορίζοντας τις αγορές προϊόντων.
Ζητούν επανασχεδιασμό του θεσμού των εκπτώσεων
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και ο ίδιος ο θεσμός των εκπτώσεων, με τους εμπόρους να υποστηρίζουν ότι έχει χάσει μέρος της δυναμικής του.
Ο Θάνος Τσαγκάρης υποστήριξε ότι η δυνατότητα πραγματοποίησης προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έχει αλλάξει τον χαρακτήρα των επίσημων εκπτωτικών περιόδων, καθώς οι καταναλωτές έχουν πλέον συνηθίσει σε συνεχείς μειώσεις τιμών.
Για τον λόγο αυτό ζήτησε την επανεξέταση του ισχύοντος πλαισίου, ώστε οι τακτικές εκπτώσεις να αποκτήσουν ξανά ουσιαστικό ρόλο και να λειτουργούν προς όφελος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η πίεση από τις διεθνείς ηλεκτρονικές πλατφόρμες
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στον ανταγωνισμό που δημιουργούν οι μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
Οι εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου χαρακτήρισαν θετική την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την επιβολή τέλους στα μικροδέματα που προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνοντας ωστόσο ότι παραμένουν ζητήματα σχετικά με τον έλεγχο της ποιότητας και της ασφάλειας των προϊόντων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Παράλληλα, εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για πιθανές αλλαγές στη λειτουργία των μεγάλων πλατφορμών, οι οποίες ενδέχεται να μεταφέρουν μέρος της δραστηριότητάς τους μέσω αποθηκών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι έμποροι, τέλος, απηύθυναν έκκληση στους καταναλωτές να στηρίξουν τα τοπικά καταστήματα, υπογραμμίζοντας ότι η επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελεί βασικό παράγοντα για τη διατήρηση ζωντανών των τοπικών αγορών και των πόλεων.

















