Η Αμερική γιορτάζει 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της. Και αναμετριέται με αυτό που έγινε.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη χώρα του Δυτικού κόσμου. Διαθέτουν στρατιωτική υπεροχή, τεχνολογική πρωτοπορία, χρηματοπιστωτική ισχύ, πολιτισμική επιρροή και ένα δίκτυο συμμαχιών που καμία άλλη δύναμη δεν έχει καταφέρει να αντιγράψει. Όμως η ισχύς δεν είναι μόνο αεροπλανοφόρα, δολάρια, πανεπιστήμια και βάσεις. Είναι και κοινωνική συνοχή. Είναι εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Είναι κοινή αφήγηση.
Είναι η δυνατότητα ενός λαού να λέει «εμείς» χωρίς το μισό έθνος να θεωρεί το άλλο μισό εχθρό.
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα της Αμερικής στα 250 της χρόνια. Δεν είναι αδύναμη. Είναι διχασμένη. Δεν έχει χάσει ακόμη την παγκόσμια ισχύ της, αλλά δυσκολεύεται να συμφωνήσει για το νόημά της. Άλλοι βλέπουν την Αμερική ως πατρίδα της ελευθερίας. Άλλοι ως χώρα δουλείας, ιμπεριαλισμού και αποκλεισμών. Άλλοι ως προπύργιο της Δύσης. Άλλοι ως σύστημα που εγκατέλειψε τους ίδιους τους πολίτες του. Άλλοι θέλουν επιστροφή στο εθνικό κράτος. Άλλοι θέλουν μια πολυπολιτισμική, μεταεθνική Αμερική. Το αμερικανικό πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι υπαρξιακό.
Η Αμερική του 1776 γεννήθηκε ως υπόσχεση. Η Αμερική του 2026 στέκεται μπροστά στην κρίση αυτής της υπόσχεσης. Μίλησε για ελευθερία, αλλά έφερε δουλεία. Μίλησε για δημοκρατία, αλλά γνώρισε αποκλεισμούς. Μίλησε για αυτοδιάθεση, αλλά έγινε παγκόσμια αυτοκρατορία βάσεων, επεμβάσεων και στρατηγικών εξαρτήσεων. Μίλησε για ειρήνη, αλλά έζησε δεκαετίες μέσα από πολέμους. Αυτή είναι η μεγάλη αμερικανική αντίφαση: υπήρξε ταυτόχρονα ιδέα ελευθερίας και μηχανισμός ισχύος.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον να έχει καλές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε έναν κόσμο ασταθή, με την Τουρκία αναθεωρητική, τη Μέση Ανατολή σε διαρκή ανάφλεξη και την Ευρώπη στρατηγικά αμήχανη, η σχέση με την Ουάσινγκτον είναι σημαντική.
Το ερώτημα όμως είναι: η Ελλάδα σχετίζεται με την Αμερική ως σύμμαχος ή ως εξαρτημένος πελάτης;
Διότι άλλο πράγμα η συμμαχία και άλλο η δουλικότητα. Άλλο η στρατηγική συνεργασία και άλλο η ψυχολογία του δεδομένου συμμάχου. Άλλο η διπλωματία ισοτιμίας και άλλο η μόνιμη αγωνία της ελληνικής πολιτικής τάξης να αποδείξει ότι είναι αρεστή στην εκάστοτε αμερικανική διοίκηση, πρεσβεία ή πολιτική τάση της Ουάσινγκτον.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις, εδώ και χρόνια, συχνά συμπεριφέρονται σαν να θεωρούν την αμερικανική εύνοια εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο. Αντί να διαπραγματεύονται με αυτοπεποίθηση, σπεύδουν να δηλώσουν πίστη. Αντί να θέτουν όρους, προσφέρουν διαθεσιμότητα. Αντί να αξιοποιούν τη γεωπολιτική αξία της χώρας, τη μετατρέπουν σε απόδειξη προθυμίας. Και έτσι, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως σοβαρός σύμμαχος που ξέρει τι θέλει, αλλά ως χώρα που ζητά επιβεβαίωση.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο σήμερα, διότι η ίδια η Αμερική αλλάζει. Δεν είναι η μονοπολική υπερδύναμη της δεκαετίας του 1990. Είναι μια δύναμη που αναθεωρεί τις δεσμεύσεις της, μεταφέρει βάρη στους συμμάχους της, κοιτάζει περισσότερο την Κίνα, αμφιβάλλει για την Ευρώπη και ζει εσωτερικό πολιτικό πόλεμο. Όποιος συνεχίζει να την αντιμετωπίζει σαν σταθερό προστάτη του παρελθόντος, δεν κάνει εξωτερική πολιτική.
Στα 250 χρόνια της, η Αμερική αναρωτιέται τι είναι. Η Ελλάδα πρέπει να αναρωτηθεί τι είναι η ίδια. Κράτος με στρατηγική ή πρόθυμο εξάρτημα; Σύμμαχος με αξία ή δεδομένος ακόλουθος; Χώρα που διαπραγματεύεται ή χώρα που περιμένει νεύμα;
Η Αμερική μπορεί ακόμη να φωτίζει τον κόσμο. Αλλά η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να στέκεται κάτω από αυτό το φως σαν υπήκοος. Έχει λόγο να στέκεται ως κράτος. Με συμφέροντα, αξιοπρέπεια και επίγνωση ότι οι συμμαχίες δεν τιμούν τους δουλικούς. Τιμούν μόνο όσους ξέρουν να είναι χρήσιμοι, σοβαροί και ελεύθεροι.
















