Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ς’. Ψάξε να βρεις τα πρόβατα, πήγαινε στο κοπάδι εσύ μικρό αρνάκι μου, πριν έρθουν λύκοι άγριοι και σε κατασπαράξουν»,
είπε στον γιο του τον μικρό τότε ο γεροπατέρας. Κι έτσι, με βιάση ο Ιωσήφ έτρεξε στο κοπάδι.
Κι όπως τον βλέπαν να έρχεται τρέχοντας οι αδερφοί του,
«Καλώς μας ήλθε ο βασιλιάς», είπανε και συμπλήρωσαν:
«Ας βάψουμε στο αίμα, λοιπόν, το πανωφόρι του να μοιάσει με βασιλικό χιτώνα, με πορφύρα,
κι ας είναι η βασιλική η έξοδός του η πρώτη, πορεία μεγαλοπρεπής που πάει για να περάσει από τις πύλες των νεκρών».
Μα τον συμπόνεσε ο Ρουβίμ και έπεισε τους πάντες κι αντί να τον σκοτώσουνε τον έριξε
μες σε βαθύ και σκοτεινό πηγάδι, καθώς εκείνος φώναζε: «Έτσι είναι η βασιλεία μου; Ωχού κι αλίμονό μου!
Αυτόν τον λάκκο τώρα εγώ θα έχω για παλάτι;» Κι αμέσως βροντοφώναξε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ζ’. Θύμα κακών προθέσεων έπεσε κι είναι κρίμα το πρόβατο το λογικό· το έσφαξαν και παρέθεσαν με το σφαχτάρι δείπνο.
Κι εκεί που μασουλούσανε τα μέλη, το κορμί του, και για την τσέπη τους τροφή έψαξαν τότε οι αδερφοί ‒ το κέρδος κυνηγούσαν.
Γιατί το λέει κι η Γραφή: «Ο Ιούδας διαβουλεύεται με τ’ άλλα του τ’ αδέρφια·
θέλει να βγάλει στο σφυρί το μύρο το πολύτιμο της οικογένειάς τους».
Κοίτα να δεις πόσες γενιές πιο πίσω ξεπροβάλει Ιούδας για να εμφανιστεί μετά από αιώνες πάλι!
Ω, σύμβολο πανάρχαιο εσύ της προδοσίας!
Έτσι, για είκοσι χρυσά πουλήθηκε ο αδερφός
χωρίς το πανωφόρι του· δόθηκε, τον αγόρασαν κάτι Ισμαηλίτες!
Πουλάτε που πουλάτε ‒έμποροι να σού τύχουν!‒ το πανωφόρι αφήστε του και φυσικά χρεώστε το απάνω στην τιμή του! Να πιάσει περισσότερα αυτός ο δόλιος που έκραζε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
η’. Κι απ’ τα άγρια θηρία, πιο άγρια αποδείχτηκαν τ’ αδέρφια του πως ήταν· στο τέλος τον πουλήσανε.
Εδώ, ούτε τα ζώα, ούτε κι άγριες λέαινες τ’ ανέχονται ν’ αρπάξει κανείς το λιονταράκι τους μέσα απ’ την αγκαλιά τους!
Πήρανε αίμα κατσικιού κι έριξαν στον χιτώνα· κι αφού έτσι τον λερώσανε,
στον Ιακώβ τον δείχνουν.
Κι όπως τον είδε ο γέροντας, καμίνι άναψε μέσα του το πένθος
και τον καίει· πήραν φωτιά τα σπλάχνα του και άρχισε τον θρήνο:
«Ωιμέ!», ο γέρος φώναζε, «ποιο άγριο θηρίο γιε μου σε κατασπάραξε;»
Σώος είναι ο χιτώνας σου. Πώς σε κατασπαράξανε, αφήνοντας απείραχτο το ρούχο που φορούσες;
Πού πήγανε τα όνειρα που είχες δει, παιδί μου, για σκήπτρα, εσύ, βασιλικά; Πού είναι η φωνή σου σαν έλεγες, σαν φώναζες:
“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”;».
θ’. Κι έτσι, απ’ τα αδέρφια ο πιο μικρός απόκτησε αφέντη· μόλις τον πρωτοαντίκρισε, στάθηκε απροσδόκητα δίπλα του με τον τρόπο που έχουν μόνο οι ώριμοι, οι γέροντες οι δούλοι.
Και στον εαυτό του έλεγε κι έτσι μονολογούσε: «Όνειρο ζω μού φαίνεται. Πρέπει με καρτερία ν’ αντέξω τα μερόνυχτα που θα περάσω ως δούλος.
Πού πήγαν τα δεμάτια; Πού πήγε ο ήλιος άραγε, πού είναι το φεγγάρι που θα με προσκυνούσανε;
Έφυγαν· έδυσαν τώρα και αυτά μαζί με τ’ άστρα τα ένδεκα.
Λοιπόν, ώρα να δείξω υπακοή στ’ αδέρφια μου.
Τις παραδόσεις, τους θεσμούς, τα ήθη των πατέρων μου που είναι όλο ευπρέπεια ας μην παραμελήσω.
Αν σ’ έναν ‒στον πατέρα του‒ ο Ισαάκ πειθάρχησε και πήγε να θυσιαστεί,
που μάλιστα ήταν μόνοι τους, όταν του είπε ο Αβραάμ τι πρέπει αυτός να πάθει, εγώ που δούλος έγινα ‒δεν πήγα δα για θάνατο‒,
δεν πρέπει τώρα να ανεχτώ το θέλημα ‒όχι ενός‒ των δέκα μου των αδερφών και να βροντοφωνάξω:
“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”;».
ι’. Κατέφτασε στην Αίγυπτο· κι ήτανε μες στη χώρα αυτή σαν ένας ήλιος νοητός κρυμμένος στο σκοτάδι,
που αφού πουλήθηκε ξανά, πάλι για δεύτερη φορά, τώρα ανατέλλει ολόφωτος στου Πετεφρή τον οίκο.
Η Χάρις, βέβαια, του Θεού, τον έκανε να φαίνεται παντού και πάντα ωραίος·
τις αρετές του έκανε να αστραποβολούνε.
Γι’ αυτό, λοιπόν, κι ο Πετεφρής, καθώς τον έβλεπε έτσι, να είναι τόσο συνετός και σ’ όλα μετρημένος,
τον διόρισε επιστάτη όλης της περιουσίας του.
Μα ήρθε του οίκου η κυρά, του Πετεφρή η γυναίκα, αυτόν που έστεκε ψηλά να τον γκρεμοτσακίσει.
Λείπει ποτέ μια Εύα, απ’ του Όφεος τα σχέδια;
Λαέ και κόσμε που ξανά βλέπεις να επαναλαμβάνεται ετούτη η ιστορία, όλοι μαζί ας φωνάξουμε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ια’. Λαμπρό, ωραίο σαν άγαλμα, τον νέο η γυναίκα βλέπει και φούντωσε ο πόθος της, ωσάν γυναίκα που ήταν.
Κι άρχισε να πιέζει τον νέο, να τον προκαλεί, για να τον αναγκάσει να πέσει και να κοιμηθεί μαζί της στο κρεβάτι, το ίδιο της το συζυγικό.
Αυτός, όμως, αλείφτηκε με της ανδρείας το σθένος, σαν τον γενναίο παλαιστή πριν από τον αγώνα
και γλίστρησε μακριά της με τέχνη απαράμιλλη και έφτασε στη νίκη, την πτώση αποφεύγοντας.
Μα αφού, όμως, τα κατάφερε και νικηφόρος βγήκε στον πρώτο τον παλαιστικό αγώνα του ο νέος,
ξανά του επιτέθηκε και πίεση μεγάλη του έβαλε μαινόμενη εκείνη η γυναίκα.
Κι όπως τον βρήκε μοναχό κάποτε μες στο σπίτι, ένιωσε πως μπορούσε να δράσει ανενόχλητη
και βίαια τον άρπαξε απ’ το χιτώνιό του λες κι ήτανε το ρούχο του, του σκλάβου αλυσίδα, που βρήκε η αφέντρα αυτή να τον τραβολογήσει.
Αλλά, αυτός στον ουρανό τα μάτια του σηκώνει και κοίταζε τον ουρανό έτσι αναφωνώντας:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
















