Σε νέα αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου ληξιπρόθεσμων οφειλών προχωρά η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σχεδιάζοντας να μεταφέρει επιπλέον χρέη ύψους 6 δισ. ευρώ στην κατηγορία των ανεπίδεκτων είσπραξης μέχρι το τέλος του 2026.
Η συντριπτική πλειονότητα των οφειλών που πρόκειται να χαρακτηριστούν ως μη εισπράξιμες αφορά ιδιαίτερα μεγάλες υποθέσεις. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΑΑΔΕ, περίπου 5,8 δισ. ευρώ προέρχονται από οφειλέτες με χρέη άνω του 1,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ αφορούν μικρότερες οικονομικές εκκρεμότητες.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Μαρτίου, τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς τη φορολογική διοίκηση ανέρχονται σε 114,5 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περισσότερα από 35 δισ. ευρώ έχουν ήδη ενταχθεί στην κατηγορία των ανεπίδεκτων είσπραξης. Με την προσθήκη των νέων ποσών, το συνολικό ύψος των μη εισπράξιμων οφειλών αναμένεται να διαμορφωθεί στα 41,2 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας πλέον πάνω από το ένα τρίτο του συνολικού χρέους προς το Δημόσιο.
Οι συγκεκριμένες οφειλές αφορούν περιπτώσεις στις οποίες έχουν εξαντληθεί όλα τα διαθέσιμα μέσα είσπραξης και οι προβλεπόμενες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατή η ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών.
Προκειμένου μια οφειλή να χαρακτηριστεί ανεπίδεκτη είσπραξης, απαιτείται να έχει προηγηθεί εκτεταμένος έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων, εξετάζεται αν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, αν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία είσπραξης, καθώς και αν έχουν κινηθεί οι προβλεπόμενες ποινικές διαδικασίες όπου αυτό είναι εφικτό.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η ειδική αιτιολογημένη έκθεση των ελεγκτικών Αρχών, η οποία πιστοποιεί ότι έχουν τηρηθεί όλες οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις πριν από τον χαρακτηρισμό μιας οφειλής ως μη εισπράξιμης.
Οι αλλαγές που θεσπίστηκαν το 2025 επέκτειναν τις δυνατότητες υπαγωγής στο συγκεκριμένο καθεστώς, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν περιορισμένα περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, έχουν τεθεί αυστηρά όρια τόσο για την ακίνητη όσο και για την κινητή περιουσία των οφειλετών και των συνυπόχρεων προσώπων.
Αντίστοιχες ρυθμίσεις ισχύουν για επιχειρήσεις που παραμένουν επί χρόνια σε καθεστώς εκκαθάρισης ή πτώχευσης, καθώς και για οφειλές προσώπων που έχουν αποβιώσει χωρίς να διαθέτουν περιουσία ή χωρίς να έχει γίνει αποδοχή κληρονομιάς από τους νόμιμους κληρονόμους.
Παρά τον χαρακτηρισμό τους ως ανεπίδεκτων είσπραξης, τα χρέη δεν διαγράφονται από τα βιβλία του Δημοσίου. Παραμένουν καταχωρισμένα για διάστημα δέκα ετών και στη συνέχεια επανεξετάζονται, ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα αναστέλλεται η παραγραφή τους.
Επιπλέον, οι οφειλέτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς, καθώς δεν μπορούν να λάβουν φορολογική ενημερότητα, ενώ το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να επιβάλει δεσμεύσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδυτικά προϊόντα και θυρίδες. Παράλληλα, εφόσον στο μέλλον προκύψουν νέα περιουσιακά στοιχεία ή βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, οι αρμόδιες υπηρεσίες μπορούν να επανεκκινήσουν τις διαδικασίες είσπραξης.
















