Σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα εξελίχθηκε η συνέντευξη που παραχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ στο NBC News και τη δημοσιογράφο Κρίστεν Γουέλκερ, με αφορμή τις θέσεις του για τις προεδρικές εκλογές του 2020 και τα γεγονότα που σημειώθηκαν στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, η δημοσιογράφος αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου περί εκλογικής νοθείας, αλλά και τις αναφορές του σε πρόσωπα που βρέθηκαν στο στόχαστρο των Αρχών μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο. Η στάση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Τραμπ και η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε μπροστά στις κάμερες.
Σε μία από τις πιο έντονες στιγμές της συνέντευξης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απευθύνθηκε στη δημοσιογράφο λέγοντας: «Ή είσαι διεφθαρμένη ή είσαι ηλίθια», με την ίδια να απαντά πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο και ότι δεν έχουν παρουσιαστεί επαρκή στοιχεία που να στηρίζουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς.
Λίγο αργότερα, εμφανώς ενοχλημένος από την πορεία της συζήτησης, ο Τραμπ αποφάσισε να βάλει τέλος στη συνέντευξη, λέγοντας: «Ας το σταματήσουμε εδώ, γιατί έχω κουραστεί. Ευχαριστώ, αγαπητή μου» και αποχωρώντας από τη θέση του, παρά την επισήμανση της δημοσιογράφου ότι είχε ταξιδέψει μέχρι το Ουισκόνσιν για τη συνάντηση.
Πριν ολοκληρωθεί η συνέντευξη, ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε και επίθεση κατά των μέσων ενημέρωσης που αμφισβητούν τις θέσεις του, υποστηρίζοντας πως μια χώρα δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά χωρίς αξιόπιστα ΜΜΕ.
Νωρίτερα, ο Τραμπ είχε αναφερθεί και σε πρόταση χρηματοδότησης ύψους περίπου 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία –όπως υποστήριξε– θα μπορούσε να αποζημιώσει πολίτες που στοχοποιήθηκαν από το υπουργείο Δικαιοσύνης κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν.
Μάλιστα, υπερασπιζόμενος όσους διώχθηκαν μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο, δήλωσε: «Αν εξαρτιόταν από εμένα, θα τους έδινα τα χρήματα που πραγματικά αξίζουν. Άνθρωποι καταστράφηκαν. Ζωές καταστράφηκαν. Υπήρξαν πολλές αυτοκτονίες, σκεφτείτε το».
Η επεισοδιακή αυτή συνέντευξη έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από την επίθεση στο Καπιτώλιο και τις πολιτικές προεκτάσεις της, ένα θέμα που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
















