Η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή δεν επηρεάζει μόνο τις τιμές των καυσίμων. Φαίνεται πλέον να αλλάζει και τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με άμεσες συνέπειες για εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη.
Με τον πόλεμο να διανύει ήδη τον τέταρτο μήνα και τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν ουσιαστικά κλειστά, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, τροφοδοτώντας νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΚΤ αναμένεται την ερχόμενη Πέμπτη να προχωρήσει σε αύξηση του βασικού επιτοκίου καταθέσεων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, στο 2,25%, για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από δυόμισι χρόνια.
Το σήμα για αλλαγή πορείας έδωσε η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στην ενέργεια έχουν πλέον περάσει και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Μάλιστα, όπως υποστήριξε, ακόμη και μια ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν θα αρκούσε για να επαναφέρει άμεσα τις τιμές στα επίπεδα πριν από την κρίση, καθώς έχουν ήδη πληγεί κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.
Η ανησυχία της ΕΚΤ συνδέεται με τον πληθωρισμό, ο οποίος συνεχίζει να κινείται ανοδικά. Τον Μάιο διαμορφώθηκε στο 3,2%, από 3% τον Απρίλιο και 1,9% τον Φεβρουάριο. Η άνοδος δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην ενέργεια, αλλά αρχίζει να επηρεάζει και υπηρεσίες και βιομηχανικά προϊόντα, εξέλιξη που θεωρείται ανησυχητική για τους κεντρικούς τραπεζίτες.
Την ίδια ώρα όμως, η Ευρωζώνη εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 0,2% το πρώτο τρίμηνο του έτους, ενώ οι πρώτες ενδείξεις για το δεύτερο τρίμηνο δείχνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ασθενής.
Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ: από τη μία πλευρά πρέπει να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, από την άλλη κινδυνεύει να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
Παρά τις ανησυχίες για την οικονομία, οι αγορές και αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν πλέον πιθανό ότι η αύξηση της Πέμπτης δεν θα είναι η τελευταία. Σε πρόσφατη έρευνα του Reuters, περίπου έξι στους δέκα οικονομολόγους προέβλεψαν και δεύτερη αύξηση επιτοκίων μέσα στο 2026, πιθανότατα τον Σεπτέμβριο.
Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερο δανεισμό και αυξημένη πίεση στο κόστος χρηματοδότησης, σε μια περίοδο που η ακρίβεια παραμένει ήδη υψηλά στην καθημερινότητα. Αν ο πόλεμος συνεχιστεί και οι ενεργειακές τιμές διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, η μάχη κατά του πληθωρισμού ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη από ό,τι υπολόγιζε η Φρανκφούρτη πριν από λίγους μήνες.
















